Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

έγραψαν την ιστορία μου όπως ήθελαν αυτοί


έγραψαν την ιστορία μου όπως ήθελαν αυτοί, μα εγώ ούτε από μαρξ κάτεχα, ούτε τον λένιν ξεφύλλισα ποτέ, 'ξόβεργες έστηνα στους αμμόλοφους και περίμενα νάρθουν τα πουλιά, μα πιο πολύ νάρθει εκείνο που με μάγευε το πέταγμά του. και τις ώρες που το καρτερούσα κρυμμένος πίσω από το αρμυρίκι αγνάντευα την πατρίδα μου απέναντι, το νησί μου, που η πείνα το ορφάνευε κι έφθασα εδώ αποδιωγμένος εννιά χρονών παιδί, παραγυιός να γίνω και να μαζεύω σφαλίγκια και αγριαγκινάρες να τα βράζω και να πουλώ στους πελάτες των καφενείων το βράδυ, μεζέ για το κρασί τους κι έτσι έμαθα την πείνα τρώγοντας λίγο ψωμί, κι έτσι έμαθα το δίκηο αντέχοντας την αδικία, κι έτσι έμαθα τα ταξίδια αγναντεύοντας τη θάλασσα.

έγραψαν την ιστορία μου όπως ήθελαν αυτοί, μα εγώ με τα ξωτικά και τις νεράϊδες μιλούσα τις νύχτες και τις μέρες σκάλιζα με το κοντύλι πάνω στην πλάκα αριθμούς και γράμματα και με ρωτούσαν τί κάνεις εκεί κι έμαθα τί είναι η χλεύη και τί η σιωπή, κι έμαθα τη μοναξιά κι έμαθα πως το μεγάλα ταξίδια τα κάνεις με τα όνειρά σου όπως εκείνο το πρωί που τα όνειρά μου έβγαλαν φωνή κι είχαν και πόδια και χέρια και αυτιά και μάτια-με βλέμματα καρφωμένα στον ουρανό- κι' ήσαν πολλά τα όνειρα κι είμασταν και 'μείς πολλοί μα ήλθε αυτός ο δυστυχής να σκοτώσει εμένα να μη γενοβολώ πια όνειρα ούτε να μαζεύω τα σφαλίγκια των αμμόλοφων, μόνο να τα κοιτώ όλα από ψηλά, να σας κοιτώ από ψηλά, πότε με θλίψη και πότε με λαμπροσύνη.

έγραψαν την ιστορία μου όπως ήθελαν αυτοί καλέ μου φίλε και στο μαρτυρώ αφήνοντάς σου τούτο το γράμμα σκαλισμένο με το κοντύλι, ευχαριστώντας σε για το αναμμένο κερί, το δροσερό νερό και το σκονισμένο τριαντάφυλλο που στόλιζαν την πόρτα σου τη νύχτα των ρουσαλιών.

1 σχόλιο:

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.