Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

ο επαίτης

πασχίζω να θυμηθώ που τον ξέρω αυτόν τον άνθρωπο. μονάχος, στο γωνιακό τραπέζι, σάββατο βράδυ στο καφενείο του άρη. κάποια στιγμή η κοπέλα του καφενείου του σερβίρει ένα σάντουιτς και ένα αναψυκτικό. περιποίηση θα τόλεγα ιδιαίτερη, μιας και το καφενείο δεν σερβίρει σάντουιτς.

έτσι θυμήθηκα: είναι ο ίδιος άνθρωπος που κάθε μέρα συναντάμε όλοι μας τριγύρω στα εξάρχεια. είναι αυτός που με σεμνότητα ζητάει να μοιραστούμε ενοχές ενός κόσμου που όλοι μαζί πλάσαμε. τί κι αν οι ενοχές δεν μοιράζονται κερνώντας τον μια μπύρα, ένα τσιγάρο, λίγο φαί. φόρεσε απόψε τα καλύτερα που είχε ρούχα. φόρεσε μιαν ανακούφιση θαρρείς και είχε ξεφορτωθεί κάποιες ενοχές του κόσμου μας.

πως μοιράζονται οι ενοχές σε έναν κόσμο που πορεύτηκε ανάποδα από το εμείς, που σήκωσε το κεφάλι πιο ψηλά, που έβγαλε τη γλώσσα της αδιαφορίας  για να ερμηνεύσει τη δυστυχία και να προτείνει θεραπείες; μια γλώσσα που αποδομεί το είναι του καθενός, δομώντας ένα χθές, ένα τώρα και ένα αύριο με τσιτάτα από τους προφήτες ανύπαρκτων παραδείσων...

υπάρχουν επαίτες που πότε με καλωσύνη και πότε με αυθάδεια δεν ζητάν τίποτα άλλο πάρεξ να τους κοιτάξουμε στα μάτια, ούτε καν να τους μιλήσουμε. μόνο μια ματιά, για να πιστέψουν πως ακόμη είναι στη ζωή, πως υπάρχουν. υπάρχουν επαίτες που θέλουν να πιστέψουν πως δεν γεννήθηκαν από ένα εργαστήριο τεράτων αλλά που είναι προορισμένοι να αποδομήσουν το κάθε εγώ, αίροντας όλες τις ενοχές του κόσμου. υπάρχουν επαίτες που νοιάζονται για χάρη μας γιατί φοβούνται το σκοτάδι του πηγαδιού μας περισσότερο και από εμάς.

η ματιά ενός επαίτη μαρτυράει την καλωσύνη του. συναινεί στη σταύρωσή του για τις ενοχές που του καταλόγισαν οι καιροί. αποδιώχνει το μίσος και την περιφρόνια για τους εξόριστους του παραδείσου.

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

τα ύστερα του κόσμου

υπήρχε γέννηση εκεί, σ' εκείνα τα θεμέλια
κι υπήρχε δύναμη και ώθηση πυκνή στην έξαρση εκείνη
κι αγάπη παντού σαν το ψωμί και το κρασί,
κι η πύλη του ναού γεμάτη από παράπονα για την αγάπη.
Δίσταζε στων ωρών το χτύπημα η ζωή
και στους πύργους, 
που γεμάτοι απάρνηση κάποια στογμή άλλο πια δεν υψώθηκαν, 
ο θάνατος βρισκόταν.
Ράΐνερ Μαρία Ρίλκε, Οι Ελεγείες του Ντουΐνο, Ελεγεία 7.

θέλω να σου μιλήσω γι' αυτά που δεν μ' άφησες να πώ, γι' αυτά που δεν μπόρεσα να κάνω. κι' ύστερα ήλθε η θλίψη. μόνο θλίψη γι' αυτά που δεν αγγίξαμε. έστω για μια στιγμή, ίσα που να αποτυπωθεί το πέρασμά μας στην κοίτη ενός ποταμιού. τώρα η σιωπή μού πρέπει, η σιωπή των ηττημμένων.

δεν ήταν το τσαλαπάτημα του ΟΧΙ που με πλήγωσε τόσο, όσο η βίαιη απόσπασή μας από το κοινό όραμα. τί κι αν ήξερα πως η αδρανοποίηση και η ανάθεση είχαν κατακτήσει από καιρό την Τροία, τί κι αν έβλεπα πως ο "μικρός μας φασισμός" ήταν καλά κρυμμένος μέσα μας, τί κι αν άκουγα πως τα θεμέλια οι τυφλοπόντικες τα ροκάνιζαν νυχθημερόν. εμείς στις πιο ωραίες μας στιγμές υποσχόμαστε το ΜΑΖΙ.

θλίψη,
για την εγγύτητα που έγινε απόσταση
και το αίμα που πια μας χωρίζει.
ίσα που ψελλίζω πως κάποτε θα μας ενώσει, 
μα δεν το καλοπιστεύω,
γιατί η εμπιστοσύνη μου στα πρωϊνά έχει κλονιστεί, 
σε κάθε πρωϊνό.

θες να μιλήσεις με την ψυχρή λογική και η καρδιά δεν σ' αφήνει. κι είναι πάλι που η καρδιά αδυνατεί να καταλάβει, να ερμηνεύσει, να εξοικειωθεί με τον αποχωρισμό. και μαζί (καρδιά και νούς) σέρνονται σε άρρυθμο χορό, που κανέναν δεν πείθει πως είναι ο χορός που ζεσταίνει τα σωθικά. κρύωσα και στο τέλος είμαι σίγουρος πως θα πορευτώ μόνος.


Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,
εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία.
κανένας δεν αφήνει την πατρίδα 
εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά.

είναι εκείνο το σε μια άγνωστη γλώσσα τραγούδι που νοιώθεις το νόημα από τη λυρικότητα του ηχοχρώματος, από το πάθος της φωνής και μαντεύεις πως υπόσχεται τον θάνατο για χάρη μιας αγάπης. τα λόγια σου Αλέξη δεν ήταν σε γλώσσα άγνωστη κι  όμως δεν έφτασαν ποτέ στην καρδιά σου. αλλά ούτε ποτέ θέλησες να μας ακούσεις.

γιατί το παιγνίδι παίχτηκε πολύ γρήγορα.
και για ασήμαντη αφορμή, 
πετάχτηκε το αίμα χαράσσοντας δυό όχθες
από τη μια εσύ κι από την άλλη εγώ
και πέρα από αυτές βουβή σιωπή και μίσος.

που να ξεφορτώσω την κατάθλιψη δεν έχω 
την κρατώ για μένα,  
της ήττας μας κεκτημένο.

διαβάζω τις λέξεις από το τέλος προς την αρχή
θέλοντας σ' αυτήν να σκαρφαλώσω.
στην αρχή μιας φράσης
που μαζί απαγγείλαμε κάποιον Μάη,
τόσο δύσκολο, τόσο αδύνατο,

έτσι γίνεται πάντα 
για ασήμαντη αφορμή 
για κάποιες αρχές
παλεύοντας χωρίς αυτές 
λάφυρα  να γίνουν τα ταπεινά της υπόστασής μας.