Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2015

ρήμα αιωρούμενο


... κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το 'χει μες στη μοίρα του ν' ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό,
 για μιαν Ελένη.
Γ. Σεφέρης, Ελένη

και σαν διαβαίνεις το ποτάμι στ' απέναντι να περάσεις, εγώ όρθιος θα μείνω να κοιτώ: το καθρέφτισμά σου στο νερό, της περπατησιάς σου το δείλιασμα να κυματίζει στην επιφάνεια, το χρώμα που δίνει του βυθού η σκόνη στο νερό. θα μείνω ώρες εκεί, ίσως και χρόνια-ρήμα αιωρούμενο-προσπαθώντας τα σημάδια της διάβασής σου να ερμηνεύσω, μαθαίνοντας γι' αυτά που μας ένωσαν και γι' αυτά που μας χώρισαν. δεν θα ρίξω ανάθεμα στο φευγιό, αλλά κάθε κομμάτι της κλωστής του θα το σμίξω, πλέκοντας τον μίτο που θα μας ξαναενώσει.

γιατί είναι πολλά τα χρόνια που είμασταν μαζί κι ας τα μετράς για λίγα. 

γιατί ήξερες πως κάθε μας καλή στιγμή διαστέλλεται και κάθε μας κακή συστέλλεται ώσπου να ξεχαστεί. ήξερες ακόμη πως όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ, κάποτε θα φανερωθούν και όσα στην ώρα τους φανερώθηκαν θα ξεχαστούν. γιατί ήταν τα αυτονόητα, αυτά που ούτε ένα νεύμα δεν χρειαζόταν για να γίνουν φανερά, όπως το σ' αγαπώ στους ερωτευμένους, όπως ένα ευχαριστώ του παιδιού στη μάνα.

ναι σύντροφε. σαν θα περνάς απέναντι θα μείνω να σε κοιτώ, ρήμα και υποκείμενο αιωρούμενα, για νάσαι σίγουρος πως κάποιοι μείναν να φυλάνε αυτά που μαζί ονειρευτήκαμε. να ρίχνουν λάδι στο καντήλι μας. να δίνουν παράταση στα μεγάλα μας όχι και στα μικρά μας ναι. να σβήνουν τη δίψα της ψυχής μας για ουρανό, να ποτίζουν το δέντρο που πληγώναμε και μας πλήγωνε, το δέντρο της αριστεράς.

οι δόλιοι που θέλουν να μείνουν για πάντα άφθαρτοι στις σελίδες της ιστορίας. γίνονται πιο δόλιοι. χωρίς να ξέρουν τη μοίρα τους, χωρίς να έχουν την αυτοεπίγνωση του αναλώσιμου. όμως εμείς, οι των απείρων χείριστοι, διαλαλούσαμε πως κανένα μαντρί δεν θα καταφέρει ποτέ να μας σκλαβώσει, κανένα σύνθημα δεν θα φτωχύνει τον κόσμο μας, καμμιά ανταπόδοση δεν θα δηώσει τα όνειρά μας. γιατί τη ζωή μας τέχνη τη βαφτίσαμε κι είχε τα ονόματα που δίναμε στα όνειρά μας: τόποι μυστικοί και χρόνοι απρόσμενοι, πλαγιές αδιάβατες και κορφές δυσδιάκριτες, ερημιές που θέλαμε να μας ρουφήξουν στο απέραντο της γαλήνης τους, μυρωδιές που μας έφταναν ως το θεό, 

δάκρυα και μύρια μυστικά 
που μάζεψε η ψυχή 
και θέλει να ξεβράσει.

μούπες κάποτε πως σε έναν κόσμο γκρι η εξέγερση πρέπει νάναι πολύχρωμη. για νάναι κι η ζήση μας πολύχρωμη. έτσι η πείνα, η στέρηση. ο φόβος, ντύνονταν με τα καλά τους κι έβγαιναν στα αλώνια να θερίζουν του κόσμου την αναπνοή, τον αγέρα πούπνιγε της μάχης ο κουρνιαχτός. κρατώ αυτά σου τα λόγια σαν φυλαχτό. και σε περιμένω.

... Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι. 
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία.

... στην Τροία - ένα είδωλο. Έτσι το θέλαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ' έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα ατόφιο·
Ευριπίδης, Ελένη

Τ' αηδόνια δε μ' αφήνουνε να κοιμηθώ στις Πλάτρες. 

*****
για τούτο είναι η ζωή μας καμωμένη. 
να μη ξυπνάς ποτέ απ' το μαχαίρι του εχθρού 
κι απ' του θεού το χάδι. 
να βλέπεις ξύπνιος τα όνειρα και ζωντανός το χάρο. 
να τον κοιτάς κατάματα κι ύστερα να διαλέγεις.