Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

ατελείς αναγνώσεις

όλες οι ατελείς αναγνώσεις του κόσμου

μια φωτογραφία που μας γύρισε την πλάτη. να κρύψει τα δάκρυά της, να δηλώσει την αποστροφή της και να καγχάσει κρυφά για τα εγώ μας, χωμένη βαθειά στο ντουβάρι, εκεί που σμίγει το τσιμέντο με το σίδερο. μια φωτογραφία, απεικόνιση της συρραφής όλων των ατελών και ιδιοτελών μας αναγνώσεων. αφιερωμένη η πίσω της πλευρά στα μπανιστίρια των ΜΜΕ, στους παπαράτσι των κοσμοθεωριών, στους εμπόρους και λαθρεμπόρους της δυστυχίας, στους προδρόμους της κάλπικης συμπόνοιας.  μια φωτογραφία που θέλησε να κρυφτεί απ' όλους όσους ποτέ τους δεν παραχώρησαν μια σπιθαμή του μυαλού της να κουρνιάξει το ξένο, τα απόκοτα και τα αλλόκοτα ενός κόσμου που απλώθηκε, ενός κόσμου που σκορπίστηκε στους τέσσερις ανέμους.  μια φωτογραφία εντοιχισμένη στη γωνία όπου ποδοπατούνται οι άνθρωποι, πέφτουν λιπόθυμοι από τα δακρυγόνα, σέρνονται ματωμένοι από τα μαχαίρια της εξουσίας. μια φωτογραφία που αφήνει το αίμα της να ρέει στο πεζοδρόμιο για να σμίξει με το αίμα τόσων και τόσων.  μια φωτογραφία που δεν θέλει να κρατήσει ισορροπίες ανάμεσα στο καλό και το κακό, το νόμο και το έγκλημα. μια φωτογραφία  που δεν είναι πανό να κρέμεται σαν χαροροδρέπανο πάνω από τα κεφάλια όσων θέλουν να κοιτάξουν ψηλά. μια φωτογραφία που δεν θέλει νάναι έργο τέχνης, γιατί δεν υπάρχει τέχνη όταν η ζωή μας δεν είναι τέχνη. δεν διεκδικεί πατρότητα, μητρότητα, αλλά να! χώρεσε τις ζωές μυρίων, ζωές με ομοικοκαταληξία. παύλο σ' αγαπώ, fatima σ' αγαπώ, moxamed σ' αγαπώ, irina σ΄αγαπώ, marcus σ' αγαπώ, ελένη σ'αγαπώ...

μια φωτογραφία που, οργισμένη, γύρισε την πλάτη της στα βαριεστημένα βλέμματα των πεζοπόρων, των επιβατών του τρόλευ, όσων ποτέ δεν αναζήτησαν στην πίσω της όψη την τρομαγμένη ματιά του μετανάστη, την απελπισία του άνεργου, την προσευχή του άστεγου, τις προδοσίες των εραστών. γύρισε την πλάτη της σε όσους επικαλούνται την ανεπαρκή απόσταση ολικής θέασης, το μονόλογο του άσπρου και του μαύρου, σε όσους  ορκίζονται στις αποχρώσεις που ποτέ δεν αγάπησαν, στα δικαιώματα που ποτέ δεν αναγνώρισαν στους άλλους. και σ' αυτούς που ενοχλήθηκαν από το φόβο πως η πίσω της όψη μπορεί να έχει την υπογραφή τους, μεγενθυμένη κατά το τερατώδες του εγώ τους.

μια φωτογραφία που δεν διεκδικεί καμμιά αθανασία. δεν θέλει να γίνει το βαλσαμωμένο σώμα της πόλης, να μπεί σε τουριστικούς οδηγούς, να γίνει διατηρητέο μνημείο, να διεγείρει διατηρητέες συνειδήσεις. απλά καρτερεί τη μέρα που θα αναγνώσουμε λυσιτελώς την πίσω της όψη. και τότε θα κατέβει από κει ψηλά, και θα μας αγκαλιάσει την ώρα που θα πηγαίνουμε στη δουλειά, για ψώνια ή για καφέ στην πλατεία, την ώρα που θα γυρίζουμε σπίτι. και τότε θα δούμε το αγγελικό πρόσωπο της ελένης, του marcus, της irina, του moxamed, της fatima, του παύλου. μια ανάγνωση διεκδικεί, τη δική σου ανάγνωση, βγαλμένη από κάποια γωνιά της ψυχής σου.

υγ. 
διαβάστε αν θέλετε τον jaquou vs L' outopie αλλά και τον Παντελή Μπουκάλα.

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

ο φόβος

ρετούς πάνω σε μια φωτογραφία έξω από τη Μουριά

χτυπούσε το κουδούνι κι' έλεγα ποιός πούστης νάναι τώρα. κατέβαινα μες στο σκοτάδι τα σκαλιά, κρυφοκοίταγα από το τελευταίο σκαλί την εξώπορτα. αν ήταν ο άνθρωπος της ΔΕΗ να κόψει το ρεύμα όλο και κάποιο χαρτί θα κράταγε στο χέρι του. αν ήταν ο δικαστικός κλητήρας θα κουβάλαγε μια τσάντα γεμάτη από επιδοτήρια. αν ήταν ο μπάτσος με πολιτικά θάκανε μπαμ. τελικά ήταν το παιδί με τα διαφημιστικά για πίτσες. έπαιρνα μια βαθειά ανάσα και του άνοιγα, ανταπόδοση του ήταν αυτός.

χτυπούσε το κινητό, μετά το σταθερό, απόκρυψη αριθμού, άγνωστος αριθμός. τ' άφηνα να χτυπάνε ξανά και ξανά. και σαν σταματούσαν έτρεχα στον υπολογιστή να ψάξω σε ποιόν ανήκει ο άγνωστος αριθμός. και μάθαινα, όχι πάντα, πως ήταν κάποιος δικηγόρος, ένας δικαστικός επιμελητής, μια εισπρακτική εταιρεία, μια τράπεζα. καταχωρούσα τον αριθμό νάχω το κεφάλι μου "ήσυχο". και με τον καιρό γέμισε η μνήμη από αριθμούς εφιαλτικούς. και σαν έχασα το κινητό ξανά κι από την αρχή.

με την αλληλογραφία είχα κόψει κάθε σχέση. με το που έφθαναν τα ραβασάκια δεν τ' άνοιγα καν. στα σκουπίδια, αφού πριν είχαν γίνει χίλια κομματάκια. μη πέσουν σε άσχετα χέρια, μη μάθει κανείς για νέα ζωή μου.

απενεργοποίησα κάθε λογαριασμό mail, κάθε site που ήταν γνωστά λόγω του επαγγέλματος, χάνοντας έτσι το μεγαλύτερο μέρος του ήδη πενιχρού εισοδήματος. κέρδισα την αδιαφορία. ήταν το αντίδωρο για μένα αλλά και η "ευεργεσία" για τους ανταγωνιστές που πάντα καιροφυλαχτούσαν. το "αδιαφορώντας εντελώς" διεγνώσθη ως κατάθλιψη.

όταν έρχονταν ειδοποιητήρια για συστημένα εκεί να δείς "πανηγύρι". πήγαινα στα ΕΛΤΑ και την τελευταία στιγμή που ήταν να παραλάβω το μπουγιουρντί "είχα ξεχάσει" την ταυτότητα. μάθαινα τον αποστολέα κι' έλεγα στην υπάλληλο γυρίζω να το πάρω. στην αρχή μου μαρτυρούσαν τον αποστολέα, μετά έμαθαν το κόλπο και ... πάπαλα.

έβγαινα στη γειτονιά, ψάχνοντας για περίεργες φάτσες. απέφευγα στέκια γνωστά, δρόμους παληούς, ανθρώπους πούχα περάσει μαζί τα "καλύτερα" χρόνια. όλο και κάτι θα τους ξέφευγε προς την άλλη μεριά και θα μαθευόταν πως υπάρχω, πως ζώ ακόμη, πως είμαι κάπου κοντά κι εύκολο θάταν να με βρούν. όχι ότι τους φοβόμουν, μα είπα: ήταν η κατάθλιψη καλή μου νεράϊδα.

ανέβαινα στο παπί ή στο αυτοκίνητο και σκεφτόμουν που με περιμένουν οι μπάτσοι. σε ποιό χιλιόμετρο, σε ποιά διασταύρωση; αν με σταμάταγαν είχαν πολλά για τη γούνα μου. από τα χρέη έως τον όποιο αγώνα ενάντια στην κατάθλιψή μου. δεν τόθελα με τίποτα να καταλήξω σε κανέναν Δομοκό.

πήγαινα στις διαδηλώσεις ή σε εκδηλώσεις με φόβο θεού. μην αναγνωρισθεί η φάτσα μου σε κάποια φωτογραφία και τη δεί κανένα τρίτο μάτι. γνωστά το βίωμα σε όσους έτυχε να τσακίσει η κρίση, σε όσους έτυχε να μη διαθέτουν το κάτι παραπάνω από θάρρος, λίγο τσαμπουκά, άτρωτη αδιαφορία. και κυρίως να μη διαθέτουν την προστασία του όποιου πατερούλη.

πείτε μου μετά από όλα αυτά αν έχω κάθε λόγο νάμαι χαρούμενος που μου φαίνεται πως όλα αυτά τελείωσαν. εγώ πάντως έτσι αισθάνομαι και δεν ακούω κανέναν πατερούλη, βρυκόλακα της ελπίδας μου. γι' αυτά πάλαιψα κι' αυτά μου δωρίζονται.