Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

"θα ζήσουμε"

θα ζήσουμε. το λές και το πιστεύεις-δεν το πιστεύεις. το λες γιατί η απόγνωση χτυπάει κόκκινο και πρέπει να το λές. ίσα για να πας παρακάτω, στην επόμενη γραμμή, στην επόμενη ώρα, στην επόμενη μέρα. υπόσχεσαι προθεσμίες να ξοφλήσεις τη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ, το νερό. υπόσχεσαι πως θα τελειώσεις την τάδε εκκρεμότητα που σέρνεται μήνες τώρα. υπόσχεσαι και στον εαυτό σου πως έχει ο θεός. μα δεν παίρνεις από πουθενά τίποτα, καμμιά υπόσχεση, καμμιά ματιά που να σε ρωτήσει τί έχεις. και τότε ξαναπεισμώνεις, σφίγγεις τα δόντια και ξαναλές θα ζήσουμε. κι ας μην το πιστεύεις. για να τ' ακούν αυτοί που συμπονάς. να παίρνουν δύναμη, ας ζήσουν τουλάχιστον αυτοί. κι έρχεσαι μετά στο σπίτι, πάλι μόνος με τις δυό-τρείς λέξεις σου. θα ζήσουμε. 
έτσι περνάει ο καιρός...

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

ο επαίτης

πασχίζω να θυμηθώ που τον ξέρω αυτόν τον άνθρωπο. μονάχος, στο γωνιακό τραπέζι, σάββατο βράδυ στο καφενείο του άρη. κάποια στιγμή η κοπέλα του καφενείου του σερβίρει ένα σάντουιτς και ένα αναψυκτικό. περιποίηση θα τόλεγα ιδιαίτερη, μιας και το καφενείο δεν σερβίρει σάντουιτς.

έτσι θυμήθηκα: είναι ο ίδιος άνθρωπος που κάθε μέρα συναντάμε όλοι μας τριγύρω στα εξάρχεια. είναι αυτός που με σεμνότητα ζητάει να μοιραστούμε ενοχές ενός κόσμου που όλοι μαζί πλάσαμε. τί κι αν οι ενοχές δεν μοιράζονται κερνώντας τον μια μπύρα, ένα τσιγάρο, λίγο φαί. φόρεσε απόψε τα καλύτερα που είχε ρούχα. φόρεσε μιαν ανακούφιση θαρρείς και είχε ξεφορτωθεί κάποιες ενοχές του κόσμου μας.

πως μοιράζονται οι ενοχές σε έναν κόσμο που πορεύτηκε ανάποδα από το εμείς, που σήκωσε το κεφάλι πιο ψηλά, που έβγαλε τη γλώσσα της αδιαφορίας  για να ερμηνεύσει τη δυστυχία και να προτείνει θεραπείες; μια γλώσσα που αποδομεί το είναι του καθενός, δομώντας ένα χθές, ένα τώρα και ένα αύριο με τσιτάτα από τους προφήτες ανύπαρκτων παραδείσων...

υπάρχουν επαίτες που πότε με καλωσύνη και πότε με αυθάδεια δεν ζητάν τίποτα άλλο πάρεξ να τους κοιτάξουμε στα μάτια, ούτε καν να τους μιλήσουμε. μόνο μια ματιά, για να πιστέψουν πως ακόμη είναι στη ζωή, πως υπάρχουν. υπάρχουν επαίτες που θέλουν να πιστέψουν πως δεν γεννήθηκαν από ένα εργαστήριο τεράτων αλλά που είναι προορισμένοι να αποδομήσουν το κάθε εγώ, αίροντας όλες τις ενοχές του κόσμου. υπάρχουν επαίτες που νοιάζονται για χάρη μας γιατί φοβούνται το σκοτάδι του πηγαδιού μας περισσότερο και από εμάς.

η ματιά ενός επαίτη μαρτυράει την καλωσύνη του. συναινεί στη σταύρωσή του για τις ενοχές που του καταλόγισαν οι καιροί. αποδιώχνει το μίσος και την περιφρόνια για τους εξόριστους του παραδείσου.

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

τα ύστερα του κόσμου

υπήρχε γέννηση εκεί, σ' εκείνα τα θεμέλια
κι υπήρχε δύναμη και ώθηση πυκνή στην έξαρση εκείνη
κι αγάπη παντού σαν το ψωμί και το κρασί,
κι η πύλη του ναού γεμάτη από παράπονα για την αγάπη.
Δίσταζε στων ωρών το χτύπημα η ζωή
και στους πύργους, 
που γεμάτοι απάρνηση κάποια στογμή άλλο πια δεν υψώθηκαν, 
ο θάνατος βρισκόταν.
Ράΐνερ Μαρία Ρίλκε, Οι Ελεγείες του Ντουΐνο, Ελεγεία 7.

θέλω να σου μιλήσω γι' αυτά που δεν μ' άφησες να πώ, γι' αυτά που δεν μπόρεσα να κάνω. κι' ύστερα ήλθε η θλίψη. μόνο θλίψη γι' αυτά που δεν αγγίξαμε. έστω για μια στιγμή, ίσα που να αποτυπωθεί το πέρασμά μας στην κοίτη ενός ποταμιού. τώρα η σιωπή μού πρέπει, η σιωπή των ηττημμένων.

δεν ήταν το τσαλαπάτημα του ΟΧΙ που με πλήγωσε τόσο, όσο η βίαιη απόσπασή μας από το κοινό όραμα. τί κι αν ήξερα πως η αδρανοποίηση και η ανάθεση είχαν κατακτήσει από καιρό την Τροία, τί κι αν έβλεπα πως ο "μικρός μας φασισμός" ήταν καλά κρυμμένος μέσα μας, τί κι αν άκουγα πως τα θεμέλια οι τυφλοπόντικες τα ροκάνιζαν νυχθημερόν. εμείς στις πιο ωραίες μας στιγμές υποσχόμαστε το ΜΑΖΙ.

θλίψη,
για την εγγύτητα που έγινε απόσταση
και το αίμα που πια μας χωρίζει.
ίσα που ψελλίζω πως κάποτε θα μας ενώσει, 
μα δεν το καλοπιστεύω,
γιατί η εμπιστοσύνη μου στα πρωϊνά έχει κλονιστεί, 
σε κάθε πρωϊνό.

θες να μιλήσεις με την ψυχρή λογική και η καρδιά δεν σ' αφήνει. κι είναι πάλι που η καρδιά αδυνατεί να καταλάβει, να ερμηνεύσει, να εξοικειωθεί με τον αποχωρισμό. και μαζί (καρδιά και νούς) σέρνονται σε άρρυθμο χορό, που κανέναν δεν πείθει πως είναι ο χορός που ζεσταίνει τα σωθικά. κρύωσα και στο τέλος είμαι σίγουρος πως θα πορευτώ μόνος.


Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,
εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία.
κανένας δεν αφήνει την πατρίδα 
εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά.

είναι εκείνο το σε μια άγνωστη γλώσσα τραγούδι που νοιώθεις το νόημα από τη λυρικότητα του ηχοχρώματος, από το πάθος της φωνής και μαντεύεις πως υπόσχεται τον θάνατο για χάρη μιας αγάπης. τα λόγια σου Αλέξη δεν ήταν σε γλώσσα άγνωστη κι  όμως δεν έφτασαν ποτέ στην καρδιά σου. αλλά ούτε ποτέ θέλησες να μας ακούσεις.

γιατί το παιγνίδι παίχτηκε πολύ γρήγορα.
και για ασήμαντη αφορμή, 
πετάχτηκε το αίμα χαράσσοντας δυό όχθες
από τη μια εσύ κι από την άλλη εγώ
και πέρα από αυτές βουβή σιωπή και μίσος.

που να ξεφορτώσω την κατάθλιψη δεν έχω 
την κρατώ για μένα,  
της ήττας μας κεκτημένο.

διαβάζω τις λέξεις από το τέλος προς την αρχή
θέλοντας σ' αυτήν να σκαρφαλώσω.
στην αρχή μιας φράσης
που μαζί απαγγείλαμε κάποιον Μάη,
τόσο δύσκολο, τόσο αδύνατο,

έτσι γίνεται πάντα 
για ασήμαντη αφορμή 
για κάποιες αρχές
παλεύοντας χωρίς αυτές 
λάφυρα  να γίνουν τα ταπεινά της υπόστασής μας.

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2015

ρήμα αιωρούμενο


... κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το 'χει μες στη μοίρα του ν' ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή πήγαν στην άβυσσο
για ένα πουκάμισο αδειανό,
 για μιαν Ελένη.
Γ. Σεφέρης, Ελένη

και σαν διαβαίνεις το ποτάμι στ' απέναντι να περάσεις, εγώ όρθιος θα μείνω να κοιτώ: το καθρέφτισμά σου στο νερό, της περπατησιάς σου το δείλιασμα να κυματίζει στην επιφάνεια, το χρώμα που δίνει του βυθού η σκόνη στο νερό. θα μείνω ώρες εκεί, ίσως και χρόνια-ρήμα αιωρούμενο-προσπαθώντας τα σημάδια της διάβασής σου να ερμηνεύσω, μαθαίνοντας γι' αυτά που μας ένωσαν και γι' αυτά που μας χώρισαν. δεν θα ρίξω ανάθεμα στο φευγιό, αλλά κάθε κομμάτι της κλωστής του θα το σμίξω, πλέκοντας τον μίτο που θα μας ξαναενώσει.

γιατί είναι πολλά τα χρόνια που είμασταν μαζί κι ας τα μετράς για λίγα. 

γιατί ήξερες πως κάθε μας καλή στιγμή διαστέλλεται και κάθε μας κακή συστέλλεται ώσπου να ξεχαστεί. ήξερες ακόμη πως όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ, κάποτε θα φανερωθούν και όσα στην ώρα τους φανερώθηκαν θα ξεχαστούν. γιατί ήταν τα αυτονόητα, αυτά που ούτε ένα νεύμα δεν χρειαζόταν για να γίνουν φανερά, όπως το σ' αγαπώ στους ερωτευμένους, όπως ένα ευχαριστώ του παιδιού στη μάνα.

ναι σύντροφε. σαν θα περνάς απέναντι θα μείνω να σε κοιτώ, ρήμα και υποκείμενο αιωρούμενα, για νάσαι σίγουρος πως κάποιοι μείναν να φυλάνε αυτά που μαζί ονειρευτήκαμε. να ρίχνουν λάδι στο καντήλι μας. να δίνουν παράταση στα μεγάλα μας όχι και στα μικρά μας ναι. να σβήνουν τη δίψα της ψυχής μας για ουρανό, να ποτίζουν το δέντρο που πληγώναμε και μας πλήγωνε, το δέντρο της αριστεράς.

οι δόλιοι που θέλουν να μείνουν για πάντα άφθαρτοι στις σελίδες της ιστορίας. γίνονται πιο δόλιοι. χωρίς να ξέρουν τη μοίρα τους, χωρίς να έχουν την αυτοεπίγνωση του αναλώσιμου. όμως εμείς, οι των απείρων χείριστοι, διαλαλούσαμε πως κανένα μαντρί δεν θα καταφέρει ποτέ να μας σκλαβώσει, κανένα σύνθημα δεν θα φτωχύνει τον κόσμο μας, καμμιά ανταπόδοση δεν θα δηώσει τα όνειρά μας. γιατί τη ζωή μας τέχνη τη βαφτίσαμε κι είχε τα ονόματα που δίναμε στα όνειρά μας: τόποι μυστικοί και χρόνοι απρόσμενοι, πλαγιές αδιάβατες και κορφές δυσδιάκριτες, ερημιές που θέλαμε να μας ρουφήξουν στο απέραντο της γαλήνης τους, μυρωδιές που μας έφταναν ως το θεό, 

δάκρυα και μύρια μυστικά 
που μάζεψε η ψυχή 
και θέλει να ξεβράσει.

μούπες κάποτε πως σε έναν κόσμο γκρι η εξέγερση πρέπει νάναι πολύχρωμη. για νάναι κι η ζήση μας πολύχρωμη. έτσι η πείνα, η στέρηση. ο φόβος, ντύνονταν με τα καλά τους κι έβγαιναν στα αλώνια να θερίζουν του κόσμου την αναπνοή, τον αγέρα πούπνιγε της μάχης ο κουρνιαχτός. κρατώ αυτά σου τα λόγια σαν φυλαχτό. και σε περιμένω.

... Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι. 
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία.

... στην Τροία - ένα είδωλο. Έτσι το θέλαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ' έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα ατόφιο·
Ευριπίδης, Ελένη

Τ' αηδόνια δε μ' αφήνουνε να κοιμηθώ στις Πλάτρες. 

*****
για τούτο είναι η ζωή μας καμωμένη. 
να μη ξυπνάς ποτέ απ' το μαχαίρι του εχθρού 
κι απ' του θεού το χάδι. 
να βλέπεις ξύπνιος τα όνειρα και ζωντανός το χάρο. 
να τον κοιτάς κατάματα κι ύστερα να διαλέγεις. 

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2015

Για να γίνει το ΟΧΙ μας ακόμη πιο δυνατό.


Σε λίγες ώρες κλείνει μια εβδομάδα εκβιασμών, ψεύδους και τρομοκρατίας. Δίνεται ακόμη η ευκαιρία να κλείσει ένας πενταετής κύκλος αίματος, λεηλασίας, πόνου και ερήμωσης. Το ΟΧΙ που θα πεί ο ελληνικός λαός, ανεξαρτήτως ποσοστού, θα είναι μια μεγάλη νίκη απέναντι σε έναν αντίπαλο με χίλια πρόσωπα, οπλισμένο με τα πιο τέλεια όπλα. Στα χίλια αυτά πρόσωπα κάποια ανήκουν και σε εμάς. Και στο οπλοστάσιο του αντίπαλου υπήρχε και η δική μας "συνεισφορά": η παραίτηση, η ανάθεση, η πολυδιάσπαση, η απογοήτευση.

Το ΟΧΙ δεν μπορεί να αποτελέσει έναν προορισμό όπου μετά και πάλι θα αναλάβουν δράση η ανάθεση και ο εφησυχασμός. Αλλά θα είναι μια σύντομη στάση για αποτίμηση και κυρίως ενόραση. Αυτά που δεν έγιναν το 2012, αυτά που περιφρονήθηκαν από το βράδυ της 25/1/2015.

Από απόψε κιόλας πρέπει να σχεδιάσουμε ξανά τον πόλεμο, με τα δικούς μας πια όρους, με τα δικά μας όπλα. Η Αλληλεγγύη, η δημοκρατία, η έμπρακτη κινητοποίηση του καθενός μας είναι τα όπλα που κανένας εχθρός δεν διαθέτει και εξ' αυτού είναι και ακατανίκητα.

Στις βιαστικές αυτές γραμμές, λίγες ώρες πριν τα αποτελέσματα, προσπαθώ να δώ την επόμενη στιγμή, τις επόμενες μέρες. Και η μόνη καθαρή εικόνα που μου έρχεται είναι αυτή της αλήθειας, της ειλικρίνειας, του σεβασμού και της Αλληλεγγύης. Με αυτούς τους όρους, με αυτά τα υλικά μπορούμε να φτιάξουμε το δικό μας αύριο. Ακόμη και αν κάθε κάνουλα ρευστότητας στερέψει, θα είναι οι δικές μας δυνάμεις, η δική μας πίστη που θα στεριώσει το άλμα στον ουρανό. Αυτό που επί πέντε χρόνια δοκιμάζουμε, αυτό που πολλούς από εμάς δεν μας αφήνει να ησυχάσουμε.

Ένα ΟΧΙ ακόμη και της τάξης του 99% είναι "άχρηστο" αν δεν μας πάει πάρα πέρα, στο επόμενο βήμα. Και το επόμενο βήμα είναι το σημαντικότερο αλλά και το δυσκολότερο. Γιατί απαιτεί από τον καθένα μας την ειλικρινή προσφορά στον κοινό αγώνα.

Ξέρω ότι έτσι θα νικήσουμε γιατί η ιστορία απονέμει τα δίκαια. Αλλά και αν το αποτέλεσμα δεν είναι το αναμενόμενο* πάλι αυτός πρέπει να είναι ο δρόμος μας.

*υγ. το σημειώνω ακόμη και για αυτούς που δεν θα τους ικανοποιεί κάποιο ποσοστό πάνω από το 50% αλλά και για την περίπτωση που όλες οι εκτιμήσεις μου βγούν λαθεμένες και υπερισχύσει το ΝΑΙ.

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015

βίαιες εντυπώσεις


κοιτάς ψηλά τον ουρανό
πάνω από τις υπώρειες του βουνού,
πίσω από τα κυπαρίσια
σε λίγο ολάκερο θα φανεί το φεγγάρι

και το βουνό γελά
αν θέλει θα σ' αφήσει να το δείς
προς το παρόν
θυμίζει τη φθαρτότητα του είναι μας

πάντα σκιας ασθενέστερα 

και γελά πάλι το βουνό 
διαφωνώντας με τον υμνογράφο
και συ στρέφεις το βλέμμα στη γή
την αιώνια πατρίδα σου.

σσσσ...
πάρε ένα κομμάτι από την αιώνια σιωπή
του νεκρού που περνά μπροστά σου
να τον ξαλαφρώσεις
ν' αναστοχαστείς
να υγρανθεί η ψυχή
και να πεις το αντίο
αληθινό όσο το βουνό αντίκρυ

τόσοι αυτοκτονήσαν
μα Κανείς τους 
δεν τα βρήκε με το θάνατο.


-τον ξέρατε τον Δημήτρη; 
-και να να πώ ναι δεν μπορεί πια να με διαψεύσει

οι νεκροί κανέναν δεν διαψεύδουν
για αυτούς όλα είναι αλήθεια.

όχι, δεν τον ήξερα
τον έμαθα από τον Κωνσταντίνο.

ένα κομμάτι αιώνιας σιωπής
κάποιος φεύγει...
......
κάποιος έφυγε νωρίς
το λεπίδι πρόφταξε
κανείς δεν το καρτέρα.

Δημήτρης Αρμάος 1959-2015

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

δεν φτάνει...

ως εδώ που φτάσαμε, πίνοντας λιμνασμένο νερό, σκύβοντας στα βράχια για λίγο ίσκιο, καρτερώντας πότε το φεγγάρι και πότε τον ήλιο, πότε το θέρος και πότε το χειμώνα που ολοένα έταζε την άνοιξη, σιγοτραγουδώντας μοιρολόγια πως χάθηκαν άδικα οι δρόμοι μας, πως ρήμαξαν οι κήποι και τα πουλιά μακρυά φτερούγισαν, δίνοντας τόπο στη σιωπή, πως η σιωπή γέννησε φαντάσματα, που, όταν δεν μας νανούριζαν, γίνονταν εφιάλτες σε λήθαργους που λατρέψαμε στα χρόνια, που, χωρίς ανάσα, μεσουρανούσε η λαχτάρα για έρωτα για νάβρει στο δρόμο της σβησμένα άστρα και να λατρέψει τη σκόνη τους, την ύλη που ρούφαγε τα σωθικά τους, κύκλος αέναος μέχρι την πρώτη ύλη, χώμα και νερό, οστέα τεταπεινωμένα, κι' αυτά για λίγα χρόνια, για να θαρρούν οι επίγονοι πως κάτι έμεινε, πως κάτι κέρδισαν χωρίς διαθήκες και φόρο κληρονομιάς, έτσι το φανταζόμασταν χωρίς να παραδεχτούμε πως δεν είμασταν παρά η έκλαμψη μιας στιγμής, πως όλη η πίκρα ένα γινάτι του χρόνου που ζήταγε εκδίκηση για τα χαλασμένα μας ρολόγια και το ασύγχρονο του κάλλους μας, εύρημα ανερμήνευτο για μελετητές που η καλωσύνη τους έπεισε ν' ασχοληθούν για μια στιγμή με το ασήμαντο της ύπαρξής μας.

κρατήθηκα στο άνθος της μυγδαλιάς
όρθιο για να μείνω

έχεις δίκηο! δεν φτάνει που είμαστε μαζί σε κάποιον παράδεισο ή σε κάποια γωνιά της κόλασης. φτάνει που δεν είμασταν μαζί στη γή, που τα κλάσματα της στιγμής μας σπαταλήθηκαν σε διαδρομές ανάμεσα σε δυό πόλεις, που δεν συγχωνεύθηκαν τα χρέη μας σε μια νομή-καύσιμο των διαδρομών μας.

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

είθε, η Άνοιξη

...ψάχνοντας να βρεί που θα κρεμάσει τον όγκο της θλίψης της
ξένη σε τούτο τον κόσμο. 
και μόνη της έγνοια πια
που θάβρει γή να κοιμηθεί κι' απόψε...

είθε
η πληγωμένη Άνοιξη,


να στέργει
αυτούς που λαξεύουν το χρόνο και την κάθε του στιγμή
και στης περπατησιάς τους τα χνάρια προσκυνούν,
δίνοντας υπόσχεση πως θα νικηθεί το σκοτάδι,


κι' αυτούς που, με διψασμένη την ψυχή,
 εκλιπαρούν για το ελλείπον φώς,
για λίγο νερό, λίγο ψωμί
από τη φωνή που κάποτε είπε θα είμαι εδώ. 


είθε
 η άγονη σιωπή τα πουλιά να μην τρομάζει


και
 η επιμονή τους να σώσουν τις Στιγμές
να βγάζει γλώσσα στης έπαρσης τον μηδενισμό,


είθε
 τόποι ιεροί τα λάθη που ομολογούνται,
αυτά που συγχωρέθηκαν και αυτά που αιμορραγούν,


και,
το άγρυπνο μάτι του θεού
ν' αλαφρώνει τα βλέφαρα των οριζόντων.


Νῦν πάντα πληρωθήτωσαν φωτός,


που τάξαμε
την καταχνιά να ξεπλύνει.

 

υγ.
την Άνοιξη ποιος τη σταματάει ;

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

ο αμανές που έμαθες στο ισμίρ


θα ξαγρυπνάς τις νύχτες. και θα γελάς πως τελικά κατάφερες απ' όλους μας να ξεφύγεις. κρυφά απ΄τον αλάχ θα πίνεις το κονιάκ που σού 'δοσαν να ζεσταθείς οι φαντάροι κείνο το χειμωνιάτικο βράδυ στο τυχερό. και θα γελάς που ο προφήτης δεν θάχει πια εξουσία πάνω σου. και θάσαι ευτυχισμένος γιατί κανείς προφήτης δεν θα σε φοβίζει πια δείχνοντας με το δάχτυλο τους χαμένους παραδείσους σου. κανείς δεν θα σε περιφρονεί. από κεί πάνω, κάτω από τα χιόνια τ' ουρανού, θα σέρνεις κείνον τον αμανέ πούμαθες κάποτε στο ισμίρ τις ατέλειωτες νύχτες που καρτερούσες τη σχεδία να περάσεις απέναντι. και θα θυμάσαι και την άλλη σχεδία που πούλαγες στους δρόμους γύρω από την ομόνοια. σε ζηλεύω Ουαλίντ. γιατί σε θυμάμαι να τραγουδάς τον αμανέ που έμαθες στο ισμίρ και η ψυχή σου να φτεροκοπά. να σε τραβάει από το μανίκι να φύγετε κι οι δυό μαζί για τη γερμανία. νύχτα, θα περπατήσεις τρία χιλιόμετρα και θα περάσεις στη μπουλγκαρία κι' από κεί όλα θα είναι εύκολα. και σ' άφησε ο σαντιάγκο τρία χιλιόμετρα, να τα περπατήσεις. κι' αυτός θα σε περίμενε απέναντι με το βαν αναμμένο να σε πάει στη γερμανία. να συναντήσεις την ψυχή σου, το παιδί σου. φορτωμένος με σχέδια κι' ένα σάκκο με τα πως και τα να. να ξεφύγεις, να φύγεις. και να τον περιμένεις απέναντι. τρία χιλιόμετρα χωρίς φεγγάρι, χωρίς αστέρια. μόνο χιόνι, σε γή και ουρανό. 

δεν τάλεγε αυτά ο αμανές την τελευταία σου βραδυά στην αθήνα. μακρόσυρτος και μελαγχολικός για να υπόσχεται, αλέγρος για να νοσταλγεί. κι ήταν τότε πούσπαγαν οι νότες τα σύρματα των μέτρων, ξέφευγαν, χόρευαν αλλού πέρα από το μέτρο, πέρα από όλα τα μέτρα. σαν τρελλές χοροπηδούσαν πάνω από τις πέντεγραμμές, σαν τα πουλιά πάνω στα καλώδια, ώσπου έσπασαν και οι γραμμές και τα οδοφράγματα έπεσαν και οι νότες έφευγαν πάνω, κάτω, παντού και πουθενά. ντυμένες υφέσεις, διέσεις, διπλές υφέσεις, αναιρέσεις. τίποτα δεν τις συγκρατούσε, τίποτα δεν μπορούσε να τις απεικονίσει. μόνο η ψυχή σου ζωγράφισε για πάντα πάνω στο πρόσωπό σου τη μελωδία τους.

ούτε "να", ούτε "πώς". ο πανούργος ισπανός την κοπάνησε. μετρά τα λύτρα της ελευθερίας σου με τα πολυτίμητα λίτρα στο ρεζερβουάρ του. χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά από κεί που θα σε περίμενε, μακρυά από κεί που θ' άρχιζαν να σου κλείνουν το μάτι τα όνειρά σου. δεν σε περίμενε, αλλά και εκεί να΄ταν δεν θα τον συναντούσες. τόξεραν οι νότες από πριν. γι' αυτό είχαν ξελογιασθεί. πρελούδιο στην αιώνια ευτυχία σου. τη σκεπασμένη με τα χιόνια της ροδόπης

μόνο ένα σκυλί γνοιάστηκε, μόνο ένα σκυλί. να σκάψει στο χιόνι, να ζεστάνει το χιόνι. νάρθουν οι άλλοι μετά για να σου δώσουν μια θέση στους νεκρούς. μα συ ήθελες να μην είσαι ούτε μ' αυτούς ούτε με τους ζωντανούς. να μείνεις κάτω από το χιόνι θέλησες, να λιώνεις μαζί του, να εξατμίζεσαι στους ουρανούς. κι από κεί να βλέπεις το γυιό σου και να του τραγουδάς τον αμανέ που έμαθες στο ισμίρ.

κι' ούτε τα "να", ούτε τα "πώς" θα σου χρειασθούν ξανά Ουαλίντ. τίποτα δεν θα σου χρειασθεί. μόνο ο αμανές που έμαθες στο ισμίρ.

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

η ημιτελής φούγκα του Κ.Τ.

χάσου θάνατ' από 'μπρός μου
τόσος πούναι ο θυμός μου
τα παιδιά σου θα μισήσω
στο γκρεμό θα σε τσακίσω.


μετράω πια πόσοι μείναμε. ασυμβίβαστος ο θάνατος με την άνοιξη, αδιάλλακτος στα παρακάλια μας. κάθε φορά μας υποχρεώνει σε μια περιήγηση της ζωής αυτών που φεύγουν, σ' ένα γονάτισμα στις μικρές ή μεγάλες στιγμές τους. όσες μπόρεσε η μνήμη να φυλάξει, όσες τολμάμε μπρος στο δέεσθαι εκείνων των στιγμών να δανειστούμε. για να απαγγείλει, με σφραγισμένα ο καθένας μας τα χείλη, το δικό του αποχαιρετιστήριο λόγο. 

κάθε φορά που φεύγει κάποιος, αγωνιωδώς ψάχνω να θυμηθώ την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα: που, πως, πότε. τις πρώτες μας λέξεις, καταπού ήθελαν οι ματιές μας να κοιτάξουν, τί ήθελαν να βρούν, τι γεύση πήραν σαν είπαν το πρώτο αντίο, 
θα τα ξαναπούμε Κώστα, θα τα ξαναπούμε ... 

και τα ξανάπαμε πολλές φορές. στο υπόγειο καφενείο της σχολής, στο υπόγειο βιβλιοπωλείο του άλλου Κώστα. και τότε, θυμήθηκα: ήταν αυτός, κάπου ένα χρόνο πριν, που κρατούσε για λίγες στιγμές το "μαγαζί" στον πεζόδρομο της χέϋδεν, όταν ένα απόγευμα περνώντας από το καρότσι μπροστά, το μάτι μου έπεσε στους λόγους τσέχων συγγραφέων που ένα χρόνο πριν είχε πρωτοεκδοθεί. γλύκανε η ματιά μου στη θέα του τίτλου, φούντωσε η πεθυμιά να το δανειστώ, ή να το κλέψω. γιατί για να το αγοράσω ούτε λόγος, 250 δραχμές ήταν δύο μεροκάματα. αυτός τόνοιωσε και πρότεινε να μου το χαρίσει. το πήρα αλλά την άλλη μέρα το επέστρεψα, έχοντάς το ξεκοκαλήσει.

όταν συναντιόμαστε, σαν νάμασταν έτοιμοι από καιρό, δεν χάναμε ευκαιρία για κουβέντα και σινεμά. αλκυονίδα, studio (στην σκαραμαγκά), ξανά αλκυονίδα. και μετά τα γνωστά της εποχής. σ' ένα από τα κυριακάτικα σινεφίλ πρωϊνά, στο νέο στέκι του καψάσκη στην πλατεία αμερικής, μου μίλησε για την ημιτελή φούγκα του Μπαχ

στα τελευταία μέτρα του έργου ακούς το βαρύ βηματισμό του θανάτου. 

μετά χαθήκαμε, όλα χάθηκαν. δεν θέλησα ποτέ να κοιτάξω πίσω για δεκαετίες. δεν θέλησα να ανασύρω πρόσωπα, τόπους, στιγμές. ήταν βαθύ το πηγάδι και σκοτεινό. και ο κουβάς μίκρυνε, το σκοινί λιγόστευε. τόφερε η ιστορία όμως και τα νερά του πηγαδιού φούσκωσαν κι ανέβηκαν ως το φιλιατρό και χύθηκαν σε αυλές και σε χωράφια, να ξαναποτίσουν τη γή και τα περιβόλια της.

και ξανασυνάντησα τον Κ.Τ. Κύπρου και Πατησίων, στο πάρκο το από χρόνια απρόθυμο στη γονιμότητα, το από αιώνες διψασμένο. αναγνώρισα τη σεμνή, μπροστά στη φθαρτότητα, ματιά του. μόνο που αυτή τη φορά ήταν λιγότερο ανήσυχη. Ο Θ.Τ. είχε κατέβει τότε και κάμποσα χρόνια στη γή, και ήταν ο γυιός του.

η κυψέλη, η γειτονιά του. την οποία ποτέ δεν πρόδωσε. και οι αγώνες του, χωρίς κραυγές, χωρίς δελτία τύπου. ένας κοινός από το κοινό που γενοβολά το αύριο του καθενός μας. αγώνες για την αγορά, αγώνες για όλη τη γειτονιά. για να αναπνέουν οι άνθρωποι μούχε πεί. 

και η τελευταία βόλτα: αφιερωμένη στη γειτονιά όπου αντίκρυσε το πρώτο και το τελευταίο φως της ζωής του.

οδοιπόρε της ζωής και της αιωνιότητας, Κώστα Τσαλαπάτη, ας σε συντροφεύει το φως όσων στη γή άγγιξες. 

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

δανεισμένο από το αποχαιρετιστήριο γράμμα του γυιού του Θωμά Τσαλαπάτη στην εφημερίδα Εποχή της 5 Απρίλη 2015.

πολιτική εμπάθεια: ο πιο σύντομος δρόμος ως τον φασισμό

αδίσταχτη η καλή θεούσα και ιέρεια της "αγάπης" (μέρες πούναι) η κομμουνίστρια κ. κανέλλη λιάνα. δεν χαραμίζω το χρόνο σας για την εν λόγω. όλοι την γνωρίζετε, όλοι γνωρίζουμε τον "ανθρωπιστικό' της καννιβαλισμό. λέτε νάναι τυχαίος ; λέτε νάναι ασύνδετος με την πολιτική του κόμματος που πιστά υπηρετεί ; 

παραθέτω την ανακοίνωση της Έμμυ Χριστούλα, κόρης του αείμνηστου Δημήτρη Χριστούλα που αναφέρεται στην παραληρηματική της επίθεση στον πατέρα της Δ.Χ. είναι αποτυπωμένα τα πικρόσχολα σχόλια αναγνωστών του ΟΝΟΥ πριν λίγο καιρό, όταν σε ανάρτηση γράφτηκε ακριβώς αυτό που τώρα λέει η ανακοίνωση της Έμμυ: ότι η πολιτική εμπάθεια και μιζέρια των μεγαλοστελεχών του κόμματος ευκολότατα οδηγούν όχι απλά στο πλάϊ κάθε Μπαλτάκου αλλά και πολύ πάρα πέρα. και αν δεν οδηγούν πολλές φορές σε οργανωτική ένταξη στα δεξιο-φασιστικά υποκείμενα, η πρακτική τους είναι η τροφή που αναγεννά το φασισμό της καθημερινότητας, την απαξίωση του λογίζεσθαι.

άλλωστε η ιστορία του πρώην "κόκκινου" συνδικάτου της ζώνης του Περάματος είναι πολύ πρόσφατη για να καμωνόμαστε πως την ξεχάσαμε κιόλας. όλα τα υπόλοιπα τα λέει η ανακοίνωση.

η ανακοίνωση της Έμμυ Χριστούλα

Δίπλα στα ονόματα του κ. Μπεγλίτη, του κ. Κουκουλόπουλου και άλλων διάσημων τηλεοπτικών πραιτοριανών, που πριν τρία χρόνια ενοχλήθηκαν σφοδρά από την πολιτική πράξη του Δημήτρη Χριστούλα, καθώς έσπαγε τη σιωπή της γενικευμένης κοινωνικής αυτοχειρίας που ήθελαν να επιβάλλουν στην ελληνική κοινωνία, προστίθεται τώρα και αυτό της Λιάνας Κανέλλη.

Με τη γνωστή παραληρηματική της λεξιθηρία, δύο μέρες ακριβώς μετά την επέτειο των 3 χρόνων από τη δημόσια αυτοκτονία του, πρόσβαλλε βάναυσα τη μνήμη του. Έτσι γίνεται όταν δεν εντρέπεσαι. Εκτρέπεσαι. Παρεκτρέπεσαι…

Δε θα παραθέσω τις λερές λέξεις με τις οποίες έντυσε τον κανιβαλισμό της, καθώς δεν μπορούν να βρίσκονται ούτε καν στην ίδια αράδα με το όνομα ενός ανθρώπου που υπήρξε στρατευμένος στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Θα αναγκαστώ όμως να ειπώ ότι ο Χριστούλας δεν ήταν ο κακόμοιρος ανθρωπάκος που δεν άντεξε και έφυγε εν κρυπτώ στην αδιέξοδη απελπισία κάποιου ιδιωτικού χώρου, όπως η κ. Κανέλλη θέλησε να τον παρουσιάσει.

Οι χιλιάδες των συμπολιτών μας, οι χιλιάδες πολίτες από την Ευρώπη, διεθνή μέσα μαζικής ενημέρωσης κατάλαβαν το αυτονόητο. Το αυτονόητο που δεν μπόρεσε να καταλάβει η Λιάνα Κανέλλη, αφού η πολιτική της εμπάθεια, η μικροπολιτική της μιζέρια, η παντελής έλλειψη πολιτικής κουλτούρας, αλλά και η πλήρης άγνοιά της ιστορίας των κινημάτων, την εμποδίζουν.

Οι πολίτες κατάλαβαν και τον ύψιστο συμβολισμό μιας πράξης ανοικτής, δημόσιας, ενώπιον του Δήμου και του ελληνικού κοινοβουλίου, αλλά και το περιεχόμενο του ιδιόχειρου σημειώματος, στο οποίο χρησιμοποιεί απαγορευμένες λέξεις για τον πολιτικό καθωσπρεπισμό μιας κυρίας που έχει τόση σχέση με τον κομμουνισμό, όση είχε και με τα υπόλοιπα κόμματα, στα οποία ως πολιτικός χαμαιλέων προσέτρεχε για να την εντάξουν στις γραμμές τους.

Η Λιάνα Κανέλλη δεν κατάλαβε για αυτόν ακριβώς το λόγο. Όταν το αξιακό πολιτικό σου σύστημα είναι ένα λάστιχο που τεντώνεται και μαζεύεται ανά δεκαετία, αναλόγως του ποιος σου προσφέρει πολιτική ασυλία, πώς να καταλάβεις τη θυσία του Κώστα Γεωργάκη;

Άλλωστε τότε η κ. Κανέλλη πρέπει να… διάβαζε και δεν κατάλαβε ότι για κάποιους η αυτοκτονία φαντάζει αυτονόητη όχι σα φυγή, αλλά σαν πράξη που θρυμματίζει τη σιωπή, σαν πράξη που ερεθίζει τη συνείδηση, που ενισχύει την ευθύνη των πολιτών ως χειριστών και συμμετεχόντων του δημόσιου χώρου, σαν πράξη που ενδεχομένως γίνει το εργαλείο για την ίδια τη ζωή.

"Το σπάραγμα της ζωής που ζητάει να ζήσει" το περιγράφει ο Γιάννης Ρίτσος, αλλά τούτος ο ποιητής πέφτει βαρύς και πολύ κομμουνιστής, όταν για δεκαετίες παρέα σου είναι η αυλή των κολάκων της κ. Λιάνη – Παπανδρέου, ο Κώστας Κυδωνιάτης και προσφάτως ο  γεννημένος αντικομμουνιστής Μπαλτάκος.

"Απ΄όλα όσα έχουν γραφτεί αγαπώ μόνον αυτό που γράφει κανείς με το αίμα του. Γράφε με αίμα και θα νιώσεις ότι το αίμα είναι πνεύμα"

Αυτό το τόσο απλό κατάλαβαν και όλα τα μέλη της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου που το Σάββατο απέτισαν φόρο τιμής σε ένα σύντροφό τους, αφού ο Δημήτρης Χριστούλας υπήρξε δραστήριο μέλος της Επιτροπής για την πρωτοβουλία ελέγχου του δημόσιου χρέους, από το 2011. Φόρο τιμής σε έναν άνθρωπο που πέθανε όπως έζησε, σκεφτόμενος πολιτικά.

Ψιλά γράμματα αυτά για τη Λιάνα Κανέλλη. Ψιλά γράμματα η πολιτική ως οντολογική έννοια, που ενυπάρχει και που συστήνει αδιάκοπα τον τρόπο που ζεις και τον τρόπο που φεύγεις.

Ψιλά γράμματα η συν-τροφικότητα. Τρέφει ο ένας τον άλλον και τρεφόμαστε ο ένας από τον άλλον, έλεγε ο Μακρονησιώτης παππούς μου, γιατί οι κομμουνιστές είναι "ένα κράμα από ήθος Τσε, εντιμότητα Πλουμπίδη και αυτοκτονικό πείσμα Άρη Βελουχιώτη.

Σύντροφοι και φίλοι του ΚΚΕ, σεις που το μόνο που διαθέτετε είναι οι καλύβες σας και οι πεζούλες σας, σεις τιμήσατε έμπρακτα τον Δημήτρη Χριστούλα.
Γιατί σεις ξέρετε χρόνια τώρα ότι "ετούτος δω ο λαός δε γονατίζει παρά μονάχα μπροστά στους νεκρούς του".

Έμμυ Χριστούλα

υγ του ΟΝΟΥ 1:πολύ θαθελα την άποψη του κόμματος και για την αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι. 
υγ του ΟΝΟΥ 2: σε αναρτήσεις μου έχω αναφερθεί πολλές φορές στο επίμαχο θέμα της πρακτικής των στελεχών του κκε. και στην ανάρτηση που επικαλέσθηκα αλλά και σε άλλες είμαι πιο αιχμηρός από την τοποθέτηση της Ε.Χ. ίσως γιατί θυμάμαι τις εποχές των ένδοξων ΚΝΑΤ, εποχές που η Έμμυ δεν έτυχε να ζήσει.

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

Αϊντίν και Νιχάλ

χειμερία νάρκη: μια αναθεωρημένη ανάγνωση


είναι οι υλικές συνθήκες που γενοβολάνε τη μοναξιά, τη λύπη, την οργή. και είναι οι ίδιες πάλι που θωπεύουν τις πληγές, φωτίζουν τα πρόσωπα, πλουτίζουν την αγάπη, φουντώνουν τον έρωτα. είναι το είναι του γύρω μας, το γνέθειν των πραγμάτων 
που μας οδηγούν στον ένα ή τον άλλο δρόμο.

Αϊντίν, η τυραννία της βεβαιότητας
Ο κληρονομικώ δικαιώματι, διαχειριστής μιας μεγάλης ακίνητης περιουσίας, διεκδικεί καρέ-καρέ σε όλη τη διάρκεια της ταινίας τον τίτλο του μοναδικού αφηγητή της ζωής, της δικής του και των άλλων. Μόνον όταν αρχίσει να συντρίβεται το κάθε τι γύρω του, κάτω από τις ερπύστριες της δικής του αλήθειας, θα ομολογήσει πως...


ήταν δύσκολα τα νεανικά μας χρόνια, δεν μας έμαθαν ποτέ να δίνουμε χαρά. 

Νιχάλ, το κράτος της ψυχής
Νιχάλ, η κεντρική ηρωϊδα της κινηματογραφικής αφήγησης του Νουρί Τσεϊλάν, η νεαρή σύζυγος του Αϊντίν. στο δικό της περιθώριο στροβιλίζονται τα σημαντικά της ζωής, αυτά που ο φακός δεν θα αποκαλύπτει παρά θα επιτρέπει στο θεατή να  οδηγείται μόνος του στην αποκάλυψή τους. ο συμπρωταγωνιστής, σύζυγός της, είναι ο ανταγωνιστής της ζωής της. το μεγαλύτερο μέρος της σιωπηλής αφήγησης είναι η περιγραφή της ζωής της, μιας ζωής μακρόσυρτης, βυθισμένης στα χιόνια της Καπαδοκίας, εκεί όπου το βάρος των σωμάτων μαρτυρείται από το βάρος του εγώ τους. 

ποτέ δεν κατάλαβες τι ήθελες από εμένα.
ποτέ δεν κατάλαβες τί ήμουν 
και όταν είδες πως δεν είμαι θεός ένοιωσες μόνη.

θα της πεί ο σύντροφός της. ο εθελούσιος εγκλεισμός της σε έναν κόσμο που δεν ήταν δικός της αλλά ήθελε δικό της να τον κάνει, παραγράφηκε από το ισοζύγιο του δούναι και λαβείν. και στα κρυφά βιβλία του δικού της κόσμου άρχισε να καταχωρεί αποδείξεις έρωτα και αγάπης, έγνοιας και αφοσίωσης, ανασταίνοντας τον κόσμο που ονειρεύτηκε κάποτε. μέχρι τη στιγμή που το απροσδόκητο εισέβαλε στον κόσμο της από τον φεγγίτη της σκήτης της. τότε, για μια ακόμη φορά, ο ευπροσήγορος διερμηνέας  του απροσδόκητου, ο σύντροφός της, θα της μιλήσει ξανά για τα τείχη που χτίζουν οι άνθρωποι, για τις πόρτες που αλυσοδένονται, για το απαραβίαστο των προαιώνιων συνόρων.

η αποδόμηση του εγώ
...ξέρεις ποιό είναι το πρόβλημά σου ;
κοροϊδεύεις τον εαυτό σου προκειμένου να μην υποφέρεις.

θα του πει η αδελφή του. μ' αυτός ξεγελά το χρόνο του, κάθε πρωί, κάνοντας σχέδια. μέσα σ' αυτά δεν λείπουν οι γενικότητες, οι πολλοί, οι όλο και περισσότεροι. με την επίκληση των αρετών, αυτών που σκλαβώνουν την ψυχή, αποδιώχνει από μέσα του κάθε οικείο, κάθε χέρι που απλώνεται ευλαβικά, κάθε ματιά γεμάτη οργή, λύπη, στοργή, κρατώντας μόνο τις ματιές του φόβου και της υποταγής. και όταν οι αποδείξεις της ανάσφαλειάς του εξανεμιστούν, όταν η ζήλεια που φώλιαζε στην ψυχή του ντροπιαστεί, τότε ο δικός του καθρέφτης που διεκδικούσε την απεικόνιση των ψυχών των άλλων θα θρυματισθεί...  

...δεν έφυγα τελικά, ίσως δεν μπόρεσα, 
ίσως φοβήθηκα τα γεράματα, 
ίσως και να άλλαξα σαν άνθρωπος. 
συγγνώμη Νιχάλ. τώρα ξέρω ότι είσαι τα πάντα για μένα...
...δεν μπορώ να κρύψω τίποτα αφού ο θεός το ξέρει.



η Επιστροφή
χωρίς καμμία διατύπωση. χωρίς καμμία υπόσχεση ότι δεν θα γίνουν ξανά τα ίδια λάθη. όταν κάποια πράγματα δεν μπορούν εύκολα ν' αλλάξουν, ας είμαστε πιο ευέλικτοι θα πεί σαν τελευταία του συμβουλή ο πρωταγωνιστής. γιατί η μόνη προσήκουσα υστεροφημία είναι να γραφτεί με τα πιο φωτεινά γράμματα το είναι μας στην ψυχή ενός και μόνο ανθρώπου.

αποκλίνουσες ανιχνεύσεις
όπως και να διαβάστηκε η αφήγηση της ταινίας όλοι θα υποψιασθούν την αποδόμηση που επιχειρήθηκε. κρατώντας λεξούλες από το χέρι, τις οδηγεί ο κάθε θεατής εκεί που θέλει, εκεί που θα φωτισθούν και θα φωτίσουν περισσότερο.


η ταινία προβάλλεται απόψε στην κινηματογραφική λέσχη "κομμούνα". Επιδιώξτε όμως να τη δείτε σε οθόνη κινηματογραφικών διαστάσεων.

πληροφορίες για την ταινία

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

ατελείς αναγνώσεις

όλες οι ατελείς αναγνώσεις του κόσμου

μια φωτογραφία που μας γύρισε την πλάτη. να κρύψει τα δάκρυά της, να δηλώσει την αποστροφή της και να καγχάσει κρυφά για τα εγώ μας, χωμένη βαθειά στο ντουβάρι, εκεί που σμίγει το τσιμέντο με το σίδερο. μια φωτογραφία, απεικόνιση της συρραφής όλων των ατελών και ιδιοτελών μας αναγνώσεων. αφιερωμένη η πίσω της πλευρά στα μπανιστίρια των ΜΜΕ, στους παπαράτσι των κοσμοθεωριών, στους εμπόρους και λαθρεμπόρους της δυστυχίας, στους προδρόμους της κάλπικης συμπόνοιας.  μια φωτογραφία που θέλησε να κρυφτεί απ' όλους όσους ποτέ τους δεν παραχώρησαν μια σπιθαμή του μυαλού της να κουρνιάξει το ξένο, τα απόκοτα και τα αλλόκοτα ενός κόσμου που απλώθηκε, ενός κόσμου που σκορπίστηκε στους τέσσερις ανέμους.  μια φωτογραφία εντοιχισμένη στη γωνία όπου ποδοπατούνται οι άνθρωποι, πέφτουν λιπόθυμοι από τα δακρυγόνα, σέρνονται ματωμένοι από τα μαχαίρια της εξουσίας. μια φωτογραφία που αφήνει το αίμα της να ρέει στο πεζοδρόμιο για να σμίξει με το αίμα τόσων και τόσων.  μια φωτογραφία που δεν θέλει να κρατήσει ισορροπίες ανάμεσα στο καλό και το κακό, το νόμο και το έγκλημα. μια φωτογραφία  που δεν είναι πανό να κρέμεται σαν χαροροδρέπανο πάνω από τα κεφάλια όσων θέλουν να κοιτάξουν ψηλά. μια φωτογραφία που δεν θέλει νάναι έργο τέχνης, γιατί δεν υπάρχει τέχνη όταν η ζωή μας δεν είναι τέχνη. δεν διεκδικεί πατρότητα, μητρότητα, αλλά να! χώρεσε τις ζωές μυρίων, ζωές με ομοικοκαταληξία. παύλο σ' αγαπώ, fatima σ' αγαπώ, moxamed σ' αγαπώ, irina σ΄αγαπώ, marcus σ' αγαπώ, ελένη σ'αγαπώ...

μια φωτογραφία που, οργισμένη, γύρισε την πλάτη της στα βαριεστημένα βλέμματα των πεζοπόρων, των επιβατών του τρόλευ, όσων ποτέ δεν αναζήτησαν στην πίσω της όψη την τρομαγμένη ματιά του μετανάστη, την απελπισία του άνεργου, την προσευχή του άστεγου, τις προδοσίες των εραστών. γύρισε την πλάτη της σε όσους επικαλούνται την ανεπαρκή απόσταση ολικής θέασης, το μονόλογο του άσπρου και του μαύρου, σε όσους  ορκίζονται στις αποχρώσεις που ποτέ δεν αγάπησαν, στα δικαιώματα που ποτέ δεν αναγνώρισαν στους άλλους. και σ' αυτούς που ενοχλήθηκαν από το φόβο πως η πίσω της όψη μπορεί να έχει την υπογραφή τους, μεγενθυμένη κατά το τερατώδες του εγώ τους.

μια φωτογραφία που δεν διεκδικεί καμμιά αθανασία. δεν θέλει να γίνει το βαλσαμωμένο σώμα της πόλης, να μπεί σε τουριστικούς οδηγούς, να γίνει διατηρητέο μνημείο, να διεγείρει διατηρητέες συνειδήσεις. απλά καρτερεί τη μέρα που θα αναγνώσουμε λυσιτελώς την πίσω της όψη. και τότε θα κατέβει από κει ψηλά, και θα μας αγκαλιάσει την ώρα που θα πηγαίνουμε στη δουλειά, για ψώνια ή για καφέ στην πλατεία, την ώρα που θα γυρίζουμε σπίτι. και τότε θα δούμε το αγγελικό πρόσωπο της ελένης, του marcus, της irina, του moxamed, της fatima, του παύλου. μια ανάγνωση διεκδικεί, τη δική σου ανάγνωση, βγαλμένη από κάποια γωνιά της ψυχής σου.

υγ. 
διαβάστε αν θέλετε τον jaquou vs L' outopie αλλά και τον Παντελή Μπουκάλα.

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

ο φόβος

ρετούς πάνω σε μια φωτογραφία έξω από τη Μουριά

χτυπούσε το κουδούνι κι' έλεγα ποιός πούστης νάναι τώρα. κατέβαινα μες στο σκοτάδι τα σκαλιά, κρυφοκοίταγα από το τελευταίο σκαλί την εξώπορτα. αν ήταν ο άνθρωπος της ΔΕΗ να κόψει το ρεύμα όλο και κάποιο χαρτί θα κράταγε στο χέρι του. αν ήταν ο δικαστικός κλητήρας θα κουβάλαγε μια τσάντα γεμάτη από επιδοτήρια. αν ήταν ο μπάτσος με πολιτικά θάκανε μπαμ. τελικά ήταν το παιδί με τα διαφημιστικά για πίτσες. έπαιρνα μια βαθειά ανάσα και του άνοιγα, ανταπόδοση του ήταν αυτός.

χτυπούσε το κινητό, μετά το σταθερό, απόκρυψη αριθμού, άγνωστος αριθμός. τ' άφηνα να χτυπάνε ξανά και ξανά. και σαν σταματούσαν έτρεχα στον υπολογιστή να ψάξω σε ποιόν ανήκει ο άγνωστος αριθμός. και μάθαινα, όχι πάντα, πως ήταν κάποιος δικηγόρος, ένας δικαστικός επιμελητής, μια εισπρακτική εταιρεία, μια τράπεζα. καταχωρούσα τον αριθμό νάχω το κεφάλι μου "ήσυχο". και με τον καιρό γέμισε η μνήμη από αριθμούς εφιαλτικούς. και σαν έχασα το κινητό ξανά κι από την αρχή.

με την αλληλογραφία είχα κόψει κάθε σχέση. με το που έφθαναν τα ραβασάκια δεν τ' άνοιγα καν. στα σκουπίδια, αφού πριν είχαν γίνει χίλια κομματάκια. μη πέσουν σε άσχετα χέρια, μη μάθει κανείς για νέα ζωή μου.

απενεργοποίησα κάθε λογαριασμό mail, κάθε site που ήταν γνωστά λόγω του επαγγέλματος, χάνοντας έτσι το μεγαλύτερο μέρος του ήδη πενιχρού εισοδήματος. κέρδισα την αδιαφορία. ήταν το αντίδωρο για μένα αλλά και η "ευεργεσία" για τους ανταγωνιστές που πάντα καιροφυλαχτούσαν. το "αδιαφορώντας εντελώς" διεγνώσθη ως κατάθλιψη.

όταν έρχονταν ειδοποιητήρια για συστημένα εκεί να δείς "πανηγύρι". πήγαινα στα ΕΛΤΑ και την τελευταία στιγμή που ήταν να παραλάβω το μπουγιουρντί "είχα ξεχάσει" την ταυτότητα. μάθαινα τον αποστολέα κι' έλεγα στην υπάλληλο γυρίζω να το πάρω. στην αρχή μου μαρτυρούσαν τον αποστολέα, μετά έμαθαν το κόλπο και ... πάπαλα.

έβγαινα στη γειτονιά, ψάχνοντας για περίεργες φάτσες. απέφευγα στέκια γνωστά, δρόμους παληούς, ανθρώπους πούχα περάσει μαζί τα "καλύτερα" χρόνια. όλο και κάτι θα τους ξέφευγε προς την άλλη μεριά και θα μαθευόταν πως υπάρχω, πως ζώ ακόμη, πως είμαι κάπου κοντά κι εύκολο θάταν να με βρούν. όχι ότι τους φοβόμουν, μα είπα: ήταν η κατάθλιψη καλή μου νεράϊδα.

ανέβαινα στο παπί ή στο αυτοκίνητο και σκεφτόμουν που με περιμένουν οι μπάτσοι. σε ποιό χιλιόμετρο, σε ποιά διασταύρωση; αν με σταμάταγαν είχαν πολλά για τη γούνα μου. από τα χρέη έως τον όποιο αγώνα ενάντια στην κατάθλιψή μου. δεν τόθελα με τίποτα να καταλήξω σε κανέναν Δομοκό.

πήγαινα στις διαδηλώσεις ή σε εκδηλώσεις με φόβο θεού. μην αναγνωρισθεί η φάτσα μου σε κάποια φωτογραφία και τη δεί κανένα τρίτο μάτι. γνωστά το βίωμα σε όσους έτυχε να τσακίσει η κρίση, σε όσους έτυχε να μη διαθέτουν το κάτι παραπάνω από θάρρος, λίγο τσαμπουκά, άτρωτη αδιαφορία. και κυρίως να μη διαθέτουν την προστασία του όποιου πατερούλη.

πείτε μου μετά από όλα αυτά αν έχω κάθε λόγο νάμαι χαρούμενος που μου φαίνεται πως όλα αυτά τελείωσαν. εγώ πάντως έτσι αισθάνομαι και δεν ακούω κανέναν πατερούλη, βρυκόλακα της ελπίδας μου. γι' αυτά πάλαιψα κι' αυτά μου δωρίζονται. 

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

το εμβαδόν του κόσμου

γκράφιτι στην οδό Καλλιδρομίου

είναι πράγματα μικρά
δεν εξαφανίζουν τη φτώχεια
δεν μας βγάζουν από την υπανάπτυξη
δεν κοινωνικοποιούν τα μέσα παραγωγής και τις τράπεζες
δεν απαλλοτριώνουν τη σπηλιά του Αλί Μπαμπά.

Ίσως, όμως, να απελευθερώνουν τη χαρά της δράσης
και να τη μεταμορφώνουν σε πράξεις.
Και, τελικά, το να δρας πάνω στην πραγματικότητα
και να την αλλάζεις έστω και λίγο
είναι ο μόνος τρόπος να αποδείξεις
ότι η πραγματικότητα μπορεί να αλλάξει.
Εδουάρδο Γκαλεάνο

έτσι πορευτήκαμε, με τα λίγα αυτά ψίχουλα καθώς θάλεγε ο κυρ Μήτσος. γιατί αυτός ο δρόμος ήταν το νανούρισμα των ονείρων μας. γιατί ήταν το ξέφωτο που μας έφερνε στην πηγή να ξεδιψάσουμε, να ξεπλυθούμε από τη σκόνη των χημικών. να γλυτώσουμε από τη χολέρα της κατάθλιψης και από τη σαπίλα της αναμονής του μάνα από το χέρι κάποιου υψίστου.

αναθεματίζοντας κάθε θεό, φτάσαμε ως εδώ. και μπορούμε πιια να ρίχνουμε μπουρλότα σε κάθε ναό. μπορούμε να τον βρίζουμε, μπορούμε και να τον χλευάζουμε. ακόμη και από το παγκάκι που είναι το σπιτικό μας. ακόμα μέσα από τους τροχούς της σκουπιδιάρας την ώρα που μας αλέθει. μπροστά στο σούπερμαρκετ την ώρα τ' αγκαλιάσματος, την ώρα της προσευχής. κι' ο θεός να μας κοιτά με βλέμμα αποσβολωμένο και να τραυλίζει. γιατί έτσι τόχε η ιστορία: να ταπεινώσουμε κάθε θεό. να γίνει η γή όλη σπίτι των παιδιών που ονειρεύονται, των παιδιών που ξέρουν να παίζουν. αντίδωρο σε όσους τόλμησαν το ρεσάλτο στους ουρανούς.

Αλήτη ! Απόψε είν' η βραδια τόσο καλή, τόσο καλή.
Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ' ένα παγκάκι Αλήτη ! 
Πλάτυνε η Σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,
πο 'κανε ο άνθρωπος τη Γη κι όλο το Σύμπαν σπίτι.

Δεν έχεις δάκρυα να θρηνείς, ούτε κουράγιο να πονείς,
ούτε κραυγές υστερικές να βγάνεις πέρα ως πέρα.
Είσ’ ένα κύμα σιωπηλό μιας τρικυμίας παντοτεινής,
Που γαληνεύει ανήσυχα στην ήσυχη εσπέρα.
Τα σφυρίγματα του αλήτη,Τεύκρος Ανθίας

βρεθήκαμε 'δώ λοιπόν, στο μύλο και πάνω στο σταυρό. κυνηγημένοι από ιεροεξεταστές, αναθεματισμένοι από ορθόδοξους και ετερόδοξους. γιατί αποτάξαμε τη νομολογία τους, ανυπάκουοι στην ετερονομία κάθε ιστορικής νομοτέλειας που μας δίδασκε την υποταγή στους νοικοκυραίους, που μας δίδασκε πως να βυζαίνουμε το γάλα της μάνας μας ως την τελευταία σταγόνα, πως να εξασφαλίζουμε τη σύνταξη για τα γερατιά, πως πρέπει να πηγαίνουμε κάθε κυριακή στο ναό, πως είναι προδοσία να μην αγοράζουμε την εφημερίδα του κόμματος. 

πόντος σκοτεινός το "κράτος" τους, κύμβαλα αλαλλάζοντα τα πονήματά τους.

μας χλεύαζαν: γιατί αφήσαμε την ιδεολογική καθαρότητα προνόμιο δικό τους, μαγιά να πλάθουν το ψωμί τους με τ' αλεύρι της εσπερίας. κάποτε-κάποτε τους λυπόμαστε, βλέποντας πως ήταν η μόνη τους περιουσία. μα ποιά καθαρότητα τροχίζει το λόγο και χορταίνει τις ψυχές;

βαδίζαμε μέσα από το θολό περίγραμμα των πραγμάτων, φιλούσαμε χέρια παιδικά, μοιραζόμασταν ματιές που έκαναν το σώμα να σκιρτά. παλεύαμε για μια ζεστή αγκαλιά και η ζωή συνεχίζει να μας χαμογελά. 

μετρούσαμε την απελπισία με θερμόμετρα αριθμών, 
τον θάνατο σε κλίμακες αυτοκτονιών, 
την παγωνιά στις τιμές του πετρελαίου....

και τότε σηκωθήκαμε. πιάσαμε σφιχτά το χέρι του άλλου και φτάσαμε ως εδώ. για να μη γράψουν οι ιστορικοί πως ο θάνατός μας ήταν η μόνη μας ιστορία, για να μη μάθουν τ' αληθινά μας ονόματα από τα κηδειόχαρτα. ούτε κομματικά παράσημα, ούτε σημαίες στα φέρετρά μας, ούτε σύνταξη στα ορφανά μας. μόνη μας σύνταξη* αυτή της αλληλεγγύης.

Επαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Εχω κρατήσει μέσα μου την τουφεκιά σου.
Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Εχουμε πατρίδα.
Νικηφόρος Βρεττάκος 
Ελεγείο στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή.

εμείς γράφουμε την ιστορία, 
εξισώνοντας το καλό με το κακό, σκοτώνουμε το ψέμα.
κι' έτσι θα πορευτούμε, 
και θάναι τα παγκάκια μας χαμογελαστά, περιμένοντας τους έρωτές μας.
κι' έτσι θα πορευτούμε. 
γιατί του κόσμου το εμβαδόν είναι το εμβαδόν των ονείρων μας.

υγ1. τρεις μέρες στο χωριό, αποκλεισμένος από κάθε άλλο μέσο επικοινωνίας, μαθαίνω τα κατορθώματα του κ. βαρουφάκη και των συν αυτώ από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου. ξημερώματα της τρίτης μέρας η λασποβροχή λούζει τον κόσμο. μα τα πουλιά δεν μ' αφήνουν να λυπηθώ. ακόμη και αν οι τουφεκιές των άπληστων κυνηγών σκεπάζουν το τραγούδι τους, και η λασποβροχή βαραίνει το πέταγμά τους. τα πουλιά καλούν τη νοσταλγία και αυτή καταφθάνει με τις εικόνες ενός κοντινού μέλλοντος.

υγ.2 αναρωτιέμαι αν η ανάρτηση έχει κάποια σχέση με τα τεκταινόμενα στα γήπεδα της εσπερίας. μια ματιά στον κήπο πίσω από το λασπωμένο τζάμι με πείθει πως ναι: σωριασμένα πορτοκάλια κατα γής, χτυπημένα από τους πάγους, τους αγέρηδες και την εκ μέρους μου αποποίηση της δωρεάς, ζυγιάζοντας το κόστος του ταξιδιού. τελικά η ζωή μας δεν μπορεί να είναι μια αντιγραφή του καπιταλισμού.

υγ.3. φαντάζομαι τη χαρά της πέμπτης φάλαγγας για τις κωλοτούμπες των συριζαίων. σύντροφοι ας προσέχατε. όποιος παίζει στο γήπεδο του καπιταλισμού πάντα χαμένος θάναι. και θα τον χλευάζουν οι εκ περισσού εξαγορασμένοι ρέφερι. για τον επερχόμενο κατακλυσμό της λασποβροχής θα επανέλθω.

υγ.4 προχθές και μετά από πολύ καιρό αρνήθηκα να πληρώσω διόδια στην αλητεία οδό Αθηνών-Πατρών. πέρασα "στο άνετο" ίσως γιατί δεν υπήρχαν περιπολικά να καραδοκούν για να καταγράψουν τους παραβάτες.

* σύνταξη εκ του συντάσσω/συντάσσομαι.



Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

η πλατεία ήταν γεμάτη..

μ' αυτό δεν λέει κάτι
ούτε ποτέ πρόκειται να πεί....
μάταιος κόπος λαέ.
πάψε λοιπόν
τους αλυσοδεμένους προσκυνητές να λογάσαι
και προχώρα...


υγ. Εκτός από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ανάλογες συγκεντρώσεις οργανώθηκαν στην  Κύπρο, το Παρίσι, την Φρανκφούρτη (έξω από το κτήριο της ΕΚΤ), το Βερολίνο (έξω από τα γραφεία της Ε.Ε.) αλλά και σε πολλές ακόμα ευρωπαϊκές πόλεις. 
Ακόμη σε άλλες πόλεις της χώρας: Ηράκλειο Κρήτης, Πάτρα, Ιωάννινα, Βόλο, Άμφισσα, Λαμία, Τρίκαλα, Καστοριά, Δράμα, Κατερίνη, Σέρρες, Καβάλα, Καλαμάτα, Αλεξανδρούπολη, Κομοτηνή, Φλώρινα, Ξάνθη, Σπάρτη, Πύργο, Κόρινθο, Αίγιο, Χανιά, Ιεράπετρα, Άγιο Νικόλαο, Ρέθυμνο, Ρόδο, Τήνο, Κάλυμνο, Λέσβο (εντυπωσιακή συγκέντρωση), Πάρο, Σύρο, Σάμο, Κέρκυρα, Ζάκυνθο, Λευκάδα, Χίο και Κω.

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

κ' εγώ ποιόν να πιστέψω...

...τον λύκο που ουρλιάζει ή τον κυρ μήτσο που βελάζει ;


διαβάζω παντού, διάβασα εδώ κι εδώ πως οι εταίροι μας, για τους οποίους ο κυρ μήτσος παίρνει όρκο πως είναι κώλος και βρακί με τους συριζαίους, ορλιάζουν γιατί ξηλώνονται ένα-ένα τα "κεκτημένα" τους από τη βάρβαρη τετραετία. λίγο τόχεις να καταργηθούν οι φυλακές τύπου Γ, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι κλούβες έξω από τα σπίτια μας, οι εποχούμενοι τραμπούκοι των ΔΕΛΤΑ και ΔΙΑΣ ; Λίγο τόχεις να σταματήσει το ξεπούλημα όσων μας έχουν απομείνει ; λίγο τόχεις να ανακτηθούν έστω και λίγα ψίχουλα από τα εργασιακά δικαιώματα ; λίγο τόχεις να προστατευθεί η κεραμίδα πάνω από το κεφάλι μας ;

αυτά τα "λίγα" ο κυρ μήτσος θα τάλεγε γλειφιτζούρια. όμως οι καπιταληστές κάτι περισσότερο ξέρουν και κάτι χειρότερο προμαντεύουν από αυτό το ξήλωμα. μα κυρίως δεν τους αρέσει το ύφος και το ήθος της νέας κυβέρνησης μιας και αλλοιώτικα είχαν συνηθίσει δύο αιώνες τώρα.  και όπως ο κυρ μήτσος είναι κι' αυτοί αμετάπειστοι μπρος στα επικοινωνιακά τερτίπια του κ. βαρουφάκη. 

ο κυρ μήτσος δείχνει να μην καταλαβαίνει ώρες-ώρες. γιατί αυτός ο ξεσηκωμός μπορεί να γίνει φωτιά που θα αποτεφρώσει πολύ περισσότερα από τα ψίχουλα και τα γλειφιτζούρια σε όλη την ευρώπη.

ο κυρ μήτσος βέβαια δεν συγκινείται από αυτά καθότι αναμένει την εργατική επανάσταση,  ορέγεται την παλινόρθωση του αρπαχτού. γι' αυτό τόσα χρόνια απαξιεί να σηκώσει μια πέτρα να τους την πετάξει στα μούτρα. όλα αυτά τα χρόνια τουμπεκί ο κυρ μήτσος μιας και τα ταμεία τα κρατούσαν ως τώρα "δικά μας έμπιστα χέρια". τώρα που ο κορβανάς πέρασε σε "εχθρικά" χέρια ο κυρ μήτσος δηλώνει με στεντόρια φωνή πως από την πρώτη στιγμή θάναι στο δρόμο. όχι για σήμερα, σιγά μην κατέβει στο σύνταγμα να ενισχύσει τους συριζαίους.

θυμάμαι και πριν λίγα χρόνια που έπεσε ο "σύμμαχος" κωστάκης με το που ανέλαβε ο τότε κύριος εχθρός του κυρ μήτσου, έπεσαν όχι βέβαια πετριές αλλά γιαουρτώματα. με το καλημέρα σας, με το που πήγαν οι υπουργοί του γιωργάκη να αναλάβουν τα υπουργεία τους.

ο κυρ μήτσος δεν ακούει και δεν βλέπει λύκους. μάλλον τους βλέπει πολύ περισσότερους από όσοι είναι γιατί σ' αυτούς υπολογίζει και όσους ψήφισαν συριζα. το δε χειρότερο για τον κυρ μήτσο είναι πως δεν έχει βγάλει άχνα για όσα τώρα τα λυκόπουλα του συριζα σκέφτονται να επαναφέρουν σαν στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα. άχνα ο κυρ μήτσος ο επαναστάτης. όπως άχνα δεν έχει βγάλει κανένας προνομιούχος και βολεμένος σε τούτη δώ τη χώρα.

κυρ μήτσο μου είναι σαν να μου λες πως το να καταργηθεί η βαρβαρότητα και ο ευτελισμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας το γουστάρουν και οι λύκοι έξω και μέσα από τη χώρα. δεν μένω στα "ψίχουλα" των άλλων συριζέϊκων εξαγγελιών για τις οποίες ουρλιάζουν οι λύκοι. Αλλά πες μου καλέ μου πως και όλοι αυτοί που διαφωνούν με όσα δηλώνουν και κάνουν τα λυκόπουλα γιατί δεν βγήκαν ποτέ στο δρόμο να διαμαρτυρηθούν για τις φυλακές τύπου Γ, για την αστυνομική βαρβαρότητα, για τη δικαστική παρανομία;  

καλέ μου μήτσο πες μου για τα μπρό-κωλα. με τα λάχανα και τα βρακιά μην καταπιάνεσαι, θα τα λερώσεις....


σημείωση: το παρόν κείμενο δεν είναι σκωπτικό, γράφτηκε δε με αφορμή τη λυσσαλέα επίθεση εντεταλμένων blogs κατά της πολιτικής της νέας κυβέρνησης. δεκάδες γκεμπελίσκοι νυχθημερόν ασχολούνται με το να διαστρεβλώνουν, να αναπαράγουν και να διαδίσουν ό,τιδήποτε μπορεί να συκοφαντήσει και να απαξιώσει τη νίκη του λαού στις 25 γενάρη*. οι μισθοφόροι κονδυλοφόροι και τα παπαγαλάκια δεν έχουν καταλάβει όχι καν το μέγεθος και το συμβολισμό της νίκης αυτής αλλά ούτε το ποιός είναι ο νικητής. πιστεύω πως αποτελεί αυτή η προπαγάνδα προσβολή και όχι πολιτική τοποθέτηση. και δεν μιλάμε για δεξιές και φασιστικές ιστοσελίδες αλλά για τους "¨Α-λλους". που ακόμη και οι δήθεν προσωπικές ιστοσελίδες αναπαράγουν τη προπαγάνδα τους. Αφήνω κατά μέρος τα μηνύματα που εξακολουθούν να μου έρχονται στο ηλεκτρ. ταχυδρομείο. τους αφήνω στη μαύρη μοίρα τους.

*αναφέρομαι σε όλα τα "πρώτα" και "έγκυρα" blogs που όλες (ΜΑ ΟΛΕΣ) οι αναρτήσεις τους αναφέρονται στον ΣΥΡΙΖΑ ( κάτι που ισχύει εδώ και 3 χρόνια).

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Ida. (Ιστορική μνήμη, ο αιωνόβιος σπόρος της Άνοιξης)



 στη χώρα του δεν θυμάμαι
κάνω δυό βήματα εμπρός και χάνομαι.
(στίχοι από παιδικό αργεντίνικο τραγούδι)

Γράφει ο Νίκος Ξυδάκης για την ταινία του Πάβελ Παβλικόφσκι: Η Ida είναι η ταινία της χρονιάς. Σφραγίζει την ευρωπαϊκή ευαισθησία όπως την σφράγισε πέρυσι η Grande Belezza του Πάολο Σορρεντίνο. Πρόκειται για ταινίες-σπουδές, που μιλούν για την ψυχή των λαών και των ανθρώπων, για την αξεδιάλυτη συνύφανση του ατομικού με το συλλογικό, για το βάρος της μνήμης και της ιστορίας, για την Ευρώπη των νεκρών και των φαντασμάτων.

Ακόμη και αν πρόσθετα τη Λευκή Κορδέλα του Χάνεκε, πάλι θα ένοιωθα πως κάτι λείπει από το παζλ της ιστορικής μνήμης όπως την έχει ως σήμερα καταγράψει το ευρωπαϊκό σινεμά. Θα αναφέρω λοιπόν τον Ήχο της Σιωπής του Μίκλο Γιάντσο* (1965). Ίσως η πρώτη ταινία που μιλά ξεκάθαρα για αυτό που θα επερχόταν τρία χρόνια μετά, την Άνοιξη της Πράγας και την αρχή της ολικής κατάρρευσης του υπαρκτού (;) σοσιαλισμού. Ο Ήχος της Σιωπής προειδοποιεί απροκάλυπτα. Λίγα χρόνια πριν ο Ίμρε Νάγκι με την ιστορική άρνησή** του  έσωσε την αξιοπρέπεια της ηττημένης πια επανάστασης της Βουδαπέστης, ξηλώνοντας έναν κόμπο από το πλέγμα της "ηθικής" του υπαρκτού. 

Αυτές οι τέσσερις ταινίες αφηγούνται τις πτώσεις. Ο Χάνεκε μιλά για τον φασισμό που έχει φωλιάσει μέσα μας, που έχει διαποτίσει τον κοινωνικό ιστό και δεν απομένει παρά να ξεχυθεί πάνω στο γεωγραφικό κοινό. Ο Σορρεντίνο μιλά για την πτώση της κοινωνίας του εμπορεύματος, για την ηθική του χρήματος. Για την ανάγκη επιστροφής στο λιτό της καταγωγής μας. Και ο Παβλικόφσκι δένει μεταξύ τους τις γενιές δύο εποχών, γεφυρώνει το χθες με το αύριο, φέρνει αναπόφευκτα στη μνήμη άλλες επιμέρους αφηγήσεις της ολότητας, που όλες δένουν μεταξύ τους, εγκαλώντας μας να ενδώσουμε στην ιστορική μνήμη. Εκ του προχείρου αναφέρω τις Ζωές των Άλλων και τα Σφραγισμένα Χείλη.  

Στην Ida κυριαρχεί η αναζήτηση της αλήθειας. Δύο γυναίκες μη έχοντας κάτι κοινό μεταξύ τους, αναζητούν στο παρελθόν αυτό που θα μπορούσε να τις φέρει κοντά, αυτό που θα μπορούσε να ενώσει, αυτό που θα κάλυπτε το κενό της ύπαρξής τους. Και αυτό θα το αναζητήσουν πάνω και δίπλα από τους τάφους των νεκρών. Αυτών που θα μπορούσαν να αφηγηθούν την αλήθεια. Την αλήθεια των ερειπίων του κατακερματισμού, του πολέμου. Η περιπλάνηση στο αχανές (θυμίζει το Σολάρις του Ταρκόφκι, μάλιστα το μουσικό μοτίβο που κλείνει την περιπλάνηση είναι το ίδιο με το κυρίως μουσικό θέμα του Σολάρις, J.S. Bach Cantata BWV 638 Fmin) σήμερα έχει μια πυξίδα (τη μνήμη) και έναν προορισμό (να συναντήσει τους απόντες). Το Κοινό όλων μας.

* Αύριο κλείνει ένας χρόνος από τον θάνατό του (σε ηλικία 92 ετών).
** πρόκειται για μια ιστορική λεπτομέρεια που η αφήγησή της δεν χωρά εδώ.


Η ταινία προβάλλεται στο Αυτόνομο Στέκι
(Ζωοδ. Πηγής 95-97 και Ισαύρων, Εξάρχεια)
Παρασκευή 30 Γενάρη στις 20.30
με τους Αγκάτα Τσεμπουκόφσκα, Αγκάτα Κούλεζα, Νταβίντ Όγκροντνικ 
Πολωνία 2013, Διάρκεια 82 λεπτά