Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

πολύ κρύο απόψε

δεν είναι ο καιρός που κουβάλησε την ψύχρα από νωρίς τ' απόγευμα στα σώματα των σύριων προσφύγων στο σύνταγμα. αλλά η απουσία εμάς των κουτσοβολεμένων. είναι η κουτσοβολεμένη συνείδησή μας που αρπάζει ό,τι πιο ασήμαντο σαν πρόσχημα να μην αντικρύσει την δική της αλήθεια, αυτή που πιστεύει, χωρίς να ξέρει πως, πως δεν θα τη συναντήσει ποτέ. μανάδες με τρία και τέσσερα παιδιά στην αγκαλιά που βύζαιναν ολάκερη τη ζεστασιά της αδύναμης σάρκας τους. μάνες που ποιός ένοιωθε την καρτερία τους πάρεξ μια χούφτα από τους "δικούς μας" ολημερίς εκεί ως αργά το βράδυ. μα εκατοντάδες τα καλέσματα-ανακοινώσεις να προστρέξουμε, χιλιάδες τα likes στο fb για το καθε κάλεσμα. η ζωή μετριέται με likes όχι με τη θυσία, με το αίμα, τον πυρετό της αρρώστειας, την πείνα, τη γύμνια, τον ξεριζωμό, τον κατατρεγμό. θα κάνει κρύο απόψε ας φέρουμε κουβέρτες, γάλατα για τα παιδιά, κανένα υπνόσακο. και πήγαν δυό γυναίκες κι'έφεραν κουβέρτες, υπνόσακους-να μην κοιμηθούν στο κρύο πεζοδρόμιο, να γλυκάνουν όνειρα. και σαν είδε την ανθρωπιά ο φακός της κάμερας "από πάνω" έτρεξε ο κυρ αστυνόμος να πεί πως αν απλώσουν τις κουβέρτες θα τους διώξουμε. μα θα ξεπαγιάσουν, μιλιά αυτός. η αιτία που θα τους έδιωχναν μια κουβέρτα, για μια σταγόνα ζεστασιάς, να βγεί η νύχτα, παίρνω την ευθύνη ξαναλέει ο βαγγέλης στο όργανο και αυτό αποχώρησε για διαβούλευση. κοιταχτήκαμε, κοιτάξαμε και γύρω μας, μετρήσαμε και μετρηθήκαμε. λίγοι για να ζεστάνουν τα κορμιά των παιδιών, τις ψυχές των μανάδων. τόσο λίγοι που έδοσαν στο θρασσίμι το δικαίωμα να απειλεί, στο κράτος της τάξης να καταπατά το αυτονόητο της ανθρωπιάς δικαίωμα. ας τις πετάξουμε τις κουβέρτες βαγγέλη, ας μη στείλλουμε τους ανθρώπους σε στρατόπεδο. ας μείνουν κοντά μας. και αν τυχόν μαζευτούμε πολλοί θα τους ζεστάνουμε. 

αδύναμη η ψυχή μου, το σώμα δεν άντεχε, έφυγα. και τώρα που θέλω να μιλήσω για αυτά  οι λέξεις μου δεν με ακολούθησαν. έμειναν εκεί, στη λεωφόρο αμαλίας.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

"και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω, να κλάψω, να φωνάξω, ή να σωπάσω"

ή, το μεγάλο μας τσίρκο

τίποτα πια δεν με παραξενεύει. ριμέϊκ μιας παληάς ταινίας, τραγούδι ειπωμένο από χίλια στόματα.

όποιος πεθαίνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει. 

από το χέρι όχι κάποιων άλλων αλλά από το δικό (;) μας χέρι.


που καμωνόμαστε πως τίποτα δεν συνέβη και τίποτα δεν θυμόμαστε. ούτε τα αναθέματα, ούτε τις βρισιές, ούτε τις προδοσίες. 

κι αν υπάρχει μια βαρβαρότητα αβάσταχτη δεν είναι τα χτυπήματα των άλλων. αλλά αυτών που με απύθμενη υποκρισία και ακόρεστη βουλιμία καπηλείας θέλουν να καταθέτουν και στεφάνια. κι' αυτών που ακόμη απαιτούν να εισπράττουν από την επένδυση κείνης της νύχτας.

είναι το "γιατί" που κάθε χρόνο τέτοιες μέρες νεκρανασταίνει μέσα μου μορφώματα που θάθελα να ξεχάσω. για να με διώχνει μακρυά από τούτο πια το πανηγυράκι.

μα θα σταθώ σε κάτι "ψιλοπράγματα"* που δεν πρέπει να ξεχαστούν για χάρη της ενότητας της αριστεράς (ποιά είναι αυτή δεν γνωρίζω καλά-καλά, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα).

Νοέμβρη 73 είχαμε το πολυτεχνείο, Σεπτέμβρη του 74 οι πρώτες συνελεύσεις στις σχολές. η ώρα του γιορτασμού της πρώτης επετείου δεν είχε φθάσει ακόμη. και μέσα σε αυτές τις συνελεύσεις ακούγαμε και μαθαίναμε για τους τριακόσιους προβοκάτορες του πολυτεχνείου. μετά τάφερε έτσι η ζωή και άλλαξε το τροπάρι. μα κείνο που δεν άλλαξε είναι αυτό που μας πλήγωνε τότε, μας πληγώνει και σήμερα. 

και διαβάζοντας προχθές την ανακοίνωση του ΚΚΕ για την επέτειο "...Το ΚΚΕ καλεί τις νέες, τους νέους, τους εργαζόμενους, όλο το λαό να τιμήσουν τον ηρωικό ξεσηκωμό στο Πολυτεχνείο, τους νεκρούς του Νοέμβρη, που αποτέλεσε το κορυφαίο γεγονός της αντιδικτατορικής πάλης..."


πακέτο η ανακοίνωση με την επόμενη...

και θα σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω, 
να κλάψω, να φωνάξω, ή να σωπάσω

δεν βλάπτει να θυμόμαστε (αντιθέτως, βλάπτει να ξεχνάμε γράφει η Ιωάννα Σκαντζέλη. και θα πρόσθετα πως οι πληγές δεν κλείνουν με τη ξεκλήρισμα της μνήμης....

γιατί...
στη χώρα του δεν θυμάμαι
κάνω τρία βήματα μπρος και χάνομαι

για τα γεγονότα κείνης της εποχής διαβάστε εδώ κι' εδώ

και μια πρόσφατη θεώρηση εκείνων των γεγονότων στο άρθρο "Οι 300 Προβοκάτορες και η διαιρεμένη δημοκρατία" http://rnbnet.gr/details.php?id=1649

ακόμη στις "σελίδες της Ιωάννας": 

- Ο Μάνος Χατζιδάκις για τις επετείους 
- Όταν “Αριστεροί”,”επαναστάτες” και άλλοι μετέπειτα “αντιστασιακοί”καλλιτέχνες συμμετείχαν στα πανηγύρια της Χούντας

http://iwannaskantzeli.blogspot.gr/2014/11/blog-post_16.html

* "ψιλοπράγματα"1.
οφείλω μια αναφορά στον Διονύση Μαυρογένη που είχε την τιμητική του στις σελίδες της "Πανσπουδαστικής" εκείνη την εποχή. 
μήνες μετά συναγωνιστές από όλα (πλην ΚΝΕ) τα ρεύματα της σπουδάζουσας αριστεράς ζητούσαν επίμονα, στις συνελεύσεις των σχολών, από τους κνίτες να καταδικάσουν το δημοσίευμα της φυλλάδας τους όπου ο Δ.Μ. χαρακτηριζόταν ως πράκτορας του Ρουφογάλη. το ίδιο συνέβη και στη δική μου σχολή όπου ανέδυε το άστρο του γνωστού μας κ. κουτσούμπα. Ούτε μια συγγνώμη από τότε έως σήμερα.

* "ψιλοπράγματα"2.
 ο Δ.Μ. είναι από τους ελάχιστους της εποχής που δεν αναζήτησε ούτε καν την υστεροφημία για την επιλογή (αυτού και άλλων συντρόφων του στην παράταξη που ανήκε) να επιμείνει μέσα στη συνέλευση της Νομικής για την κατάληψη του Πολυτεχνείου, να δώσει σκληρή μάχη στο συντονιστικό για τη συνέχιση της κατάληψης. για να αμοιφθεί δεόντος από τις σελίδες της Πανσπουδαστικής, συγχορδιακώς μετά των λαλιώτηδων και σια.

και πάλι...
στη χώρα του δεν θυμάμαι
κάνω τρία βήματα μπρος και χάνομαι

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

ας μπορούσε


να μην είναι είναι ο χειμώνας αυτός


παρά μια άνοιξη που καιροφυλαχτεί



πίσω από τις απωθημένες εικόνες των καλοκαιριών μας





Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

τρείς λέξεις


τα γραπτά μένουν για να υπόσχονται. κι' αυτά που ποτέ δεν χώρεσαν σ' ένα χαρτί υπενθυμίζουν την παρουσία των γραπτών, ακόμη κι' αν διαψεύδουν την ύπαρξή τους. τ' ανείπωτα, πότε δειλά και πότε με το σπαθί στο χέρι, χαράσσουν δρόμους. με οδηγό την  αμφίσημη βεβαιότητα των γραπτών, προδίδοντας το κρυφτούλι της καθημερινότητας με το αιώνιο.

κόβεις το τελευταίο κομμάτι του χαρτιού από ένα γράμμα-συμβόλαιο με το χρόνο και με το θάνατο. κρατάς μόνο τις τελευταίες λέξεις του, αρκεί, αρκούν. θα μπορούσαν νάχουν γραφτεί πριν από χιλιάδες χρόνια μα είσαι σίγουρος πως η κυριότητά τους μεταβιβάστηκε ακέραια σε σένα, πως οι λέξεις σ' αυτό το κομματάκι είναι δικές σου.

και νοιώθεις πως θα ζήσεις αιώνια χάρη στην πυκνότητα τριών λέξεων πάνω σ' αυτό το χαρτάκι, που ζεσταίνει την ψυχή, πλάθει και αναπλάθει κόσμους αξόδευτους. διεγείρει τις αισθήσεις, αναπαριστά την κίνηση του άλλου σώματος δίπλα στο δικό σου, την έγνοια της ματιάς, την αλήθεια του χαμόγελου που απλώνεται πάνω στο πρόσωπο, σαν το σιρόπι πάνω στο γλυκό, και μετά στρώνεται σε όλο το σώμα, στο δικό σου σώμα, ξεχύνεται πάνω στα σεντόνια, πλημμυρίζει το σπίτι, σε παρασέρνει στο βυθό της πληρότητας, αδρανοποιώντας τον κυματισμό. νεκροφανής ακινησία μιας επικείμενης αναγέννησης, ενός big bang, γένεση. 

τα γραπτά δεν λιπαίνουν το φόβο. τα παίρνεις παραμάσχαλα και πορεύεσαι αδιαφορώντας για το κακοτράχαλο των δρόμων. τ' αγκαλιάζεις και πλαγιάζεις μαζί τους πάνω στο χιόνι μια νύχτα του φλεβάρη κάτω από τον ολοφέγγαρο ουρανό.

τα γραπτά δεν λιπαίνουν το φόβο, θα μπορούσε. όμως το φόβο δεν τον γεννάει το παρελθόν αλλά ο χρόνος που υπολείπεται μέχρι να φτάσεις στο τέλος, μέχρι να φτάσεις στο θάνατο. ο φόβος έρχεται από το μέλλον, φωλιάζει πεισματικά στο παρόν, γραδώνεται στο χρόνο, αναλώνοντας το παρελθόν και αποθαρρύνοντας τα επερχόμενα. η απουσία των γραπτών λιπαίνει το φόβο. υπονοεί την αφαίρεση της κυριότητας εκείνων των τριών λέξεων που αιχμαλώτισαν μέσα τους τον λόγο της ύπαρξης, των λέξεων που ζεσταίνουν το κορμί πάνω στο χιόνι. 

τα γραπτά μένουν για να υπόσχονται, όπως οι νόμοι υπόαχονται τη δικαιοσύνη. δικαιοσύνη μιας φωτεινότητας που αποστάχθηκε σε τρείς λέξεις. τις λέξεις που ξορκίζουν τους φόβους, που συμπυκνώνουν το είναι μας.

είκοσιδύοεβδόμουδύοχιλάδεςδώδεκα. κι' από χθές βράδυ δεν έχει αναπάρει η βροχή.