Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Ξεχερσώνοντας τα χωράφια των ονείρων μας*


έτσι κι' αλλοιώς επετειακό..

Η διαγραφή της πολιτιστικής μνήμης, του παρελθόντος χρόνου δεν είναι απλά ένα επεισόδιο του αποφασίζουμε και διατάζουμε. Δεν είναι ένας κρίκος σε μια αλληλουχία γεγονότων εκφασισμού και καταστολής της δημόσιας ζωής. Είναι κάτι πιο ουσιαστικό. Είναι μια λοβοτομή του σώματός μας, των αισθητηρίων οργάνων μας, της μνήμης.

Και πάντως δεν είναι ο φασισμός της μιας νύχτας, του μπάτσου το περίστροφο, του ναζιστή ο σουγιάς, η εκτροπή μιας επταετίας. Γιατί στο κελί ή στο ξερονήσι η ελπίδα δεν σε εγκαταλείπει, το Μηδέν της ύλης υπάρχει να ξαναρχίσεις, ο βασανισμός της σάρκας μπορεί να γίνει η πορεία για την κατάκτηση του πνεύματος. Γιατί σε τελευταία ανάλυση η ήττα και οι συνέπειές της μπορούν να σε μετατρέψουν σε νικητή. 

Γιατί ο φασισμός που έχει στόχο την ύλη δεν είναι ανίκητος. Και αυτό το δίδαξε η ιστορία εξήντα χρόνια πριν. Και δίδαξε η ιστορία αυτούς που θέλουν να την κάνουν αποκλειστικό τους κτήμα πως η επιλεκτική χρήση της ιστορίας, η προσεγμένη εκκένωση της μνήμης, δεν αρκεί και πως ένας άλλος φασισμός είναι πιο "αποτελεσματικός". Εκείνος που δεν επιστρατεύει μόνο την ύλη των όπλων και των μισθοφόρων αλλά και το κάψιμο των βιβλίων, την πυρπόληση των βιβλιοθηκών, την ολοκληρωτική εκκένωση της μνήμης. Που επιστρατεύει τηνμαύρη ύλη που απορροφά ολοκληρωτικά τον νού, που εκριζώνει κάθε νευρικό κύτταρο που ωθεί το σώμα να ακολουθεί το νού και αυτός την ψυχή. Που κάνει την σάρκα πιο αδύναμη, το μυαλό ά-βουλο, την ψυχή δηλητηριώδες μόσχευμα. 

Είναι ο φασισμός που διαμορφώνει το dna της Ύπαρξής μας. Που αποδομεί την ύπαρξη, που καταργεί την ιστορία των λέξεων, τα χρώματα από τη θύμιση, την αψηλάφιστη των πραγμάτων διάσταση, τη διαφάνεια του χρόνου. Είναι η αποπλάνηση των περιπλανήσεών μας, η διάσταση της διανόησης με την ιστορία. 

Είναι η μαύρη ύλη που απορροφά την αιτία του να ρωτάμε και να αναρωτιόμαστε, να χαιρόμαστε και να κλαίμε, να αγαπάμε και να απεχθανόμαστε. Είναι το μπάζωμα των πηγαδιών, η ασέλγεια της πηγής, το στέρεμα των δακρύων, ο σφαγιασμός της νοσταλγίας, ο νηπιασμός της χαράς. Είναι η διαγραφή του χρόνου που μας δίδαξε και διασφάλισε την ευπρέπεια του λόγου μας.

(Γή άγονη, χρόνος α-διάστατος). 

Φασισμός είναι η κατάργηση των αποχρώσεων που αποδεικνύουν το Νόημά μας, που ντύνουν την ύπαρξή μας, που ποτίζουν τη σπουδαιότητα του Είναι μας, που αναβλύζουν το Φώς και το ευδιάκριτο της αλήθειας από το ψέμα. Είναι η σιγή των παλμών της ψυχής μας, η νύχτα που δεν οδηγεί στο ξημέρωμα.

*****

Στερεύουν μία μία οι πηγές μας, η φτωχοποίηση της ύλης μας γίνεται μοχλός της εξουσίας για την φτωχοποίηση του νού και της ψυχής. Και όταν δεν τους αρκεί να σου πάρουν το σπίτι, σου αρπάζουν το πιο πολύτιμο, τη μνήμη. Και γινόμαστε και θα γενιόμαστε φτωχοί όσο ποτέ άλλοτε, γένους απροσδιόριστου, σώματα ακατοίκητα, ζόμπι περιφερόμενα σ' έναν πλανήτη μόρφωμα ενός πάνοπλου φασισμού.

*κείμενο δημοσιευμένο πριν από καιρό με αφορμή το κλείσιμο της ΕΡΤ.

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

οι ζωές των άλλων


μνημονεύω Απόντες αυτή την εποχή. τη μοναχική, την αποκαμωμένη από τις άλλες. όντας αποκλεισμένος σ' αυτή την πόλη, σε τόπους που πληγώνουν. πάνω στη σβελτάδα να κλείσω λογαριασμούς του καλοκαιριού, να τιθασσέψω ελλείμματα του φθινοπώρου, μπας κι ο χειμώνας που έρχεται γητέψει την άγρια άνοιξη. στοχοπροσήλωση, λες και οι ζωές μας προορίζονται για έναν χειμώνα, μια άνοιξη, ή ένα καλοκαίρι. ποτέ για τον ενιαίο χρόνο. ξέρω, δεν αρμόζει να μνημονεύεις ανθρώπους που φύγαν πνιγμένος στον κουρνιαχτό μιας χειμάζουσας εποχής. τίποτα δεν τους δίνεις, τσιμπολογάς μόνο κομμάτια της ζωής τους για να τα κάνεις δική σου σημαία. οι απόντες ποτέ δεν θα τόκαναν. αποτολμώ τη βεβήλωση.

πάνε μήνες πολλοί που διάβασα ένα βιβλίο για την Τίνα Μοντόττι κι από τότε πολλές ήταν οι ευκαιρίες που ήθελα κάτι να μνημονεύσω από αυτήν. κάτι που δεν ήταν γραμμένο στο βιβλίο, απλά θαρρώ πως κρυβόταν καλά μέσα στις γραμμές του. στην Τίνα, σε όλους τους αναχωρητές, ανήκουν όλες οι εποχές αγκαλιασμένες σφιχτά, στάμπα σε μια σημαία, ματωμένη από τους χρόνους που τους κλάπηκαν, από τους δρόμους που περπάτησαν, από τις πόλεις που έζησαν και τις χώρες που άλλαξαν, ταξιδεύοντας με τις πτώσεις τους και τον έρωτα. σημαία που ύμνησαν όλοι οι πρωτόπλαστοι και αποκήρυξαν οι ανέραστοι εραστές της κόλασης. αυτή η σημαία μεσίστια κυματίζει στις δικές μου εποχές. αυτό είναι το κάτι, το μόνο ελαφρυντικό που θα μπορούσε να δικαιολογήσει αυτή τη βεβήλωση.

απρόσμενα ήρθε η ώρα για το ταξίδι τους στον κάτω κόσμο, ταξίδι μετ' επιστροφής για όλους, για να φέρουν πίσω τον νεκρό ποιητή, να σωθεί η Πόλη όπως θάλεγε και ο αρχαίος κωμικοτραγωδός στους βατράχους του. και έγινε τούτο το ταξίδι ανάχωμα στο ξεθώριασμα παληών φωτογραφιών, στον ακατάστατο τρόπο με την οποίο έρχεται η λησμονιά τους. γιατί οι πτώσεις τους ήταν το μεγαλείο της συμβίωσης των αρετών με τα ταπεινά της ψυχής μας, της δικής τους ψυχής. η πρώτη ύλη της συμπαγούς ύπαρξής του κόσμου και του χρόνου, η άρνηση του φόβου της οριστικής ήττας, που απαγορεύει στην απώλεια να γίνεται αβάσταχτη και στην απουσία αδιάφορη. χωρίς αυτή την ομολογία λειψή θα ήταν η ιστόρηση της ζωής μας, της δικής τους ζωής. οι αδιάφορες απουσίες διηγούνται για τον κόσμο εκείνων που δανείστηκαν τον χρόνο των άλλων με κείνη τη αυθάδεια σαν ο κόσμος ολάκερος να φτιάχτηκε γι' αυτούς.   

πριν λίγους μήνες έφυγε η Α.Μ πότε φίλη και πότε απλά γνωστή. στους επικήδειούς της άκουσα πάλι και πάλι πως ήταν μια ηρωϊκή, συνεπής, ακούραστη, αφοσιωμένη, φωτισμένη αγωνίστρια της αριστεράς, του λαϊκού κινήματος. τάμαθα όπως και πολλοί άλλοι με κάθε λεπτομέρεια. πως ξεκίνησε στο Ρήγα, πως δέθηκε με την αριστερά, πως ανήλθε στον κομματικό μηχανισμό, πόσες κορυφές -δίκαια- κατέκτησε, σε ποιούς κινδύνους έπαιξε τη ζωή της κορώνα-γράμματα, πόση γνώση απέκτησε. πώς, πότε, πόσα. τίποτα δεν έμεινε αναπάντητο γι' αυτούς που η ψυχή της δεν τους χαρίστηκε. και ένοιωσα κείνη την άχαρη στιγμή πως η Α.Μ θάφτηκε για πάντα. με ληξιαρχική πράξη έναν επικήδειο αντάξιο στους επιφανείς της ισοπεδωμένης Καρχηδόνας. μια ομαδική ταφή νεκρών σε τελετουργία που διανύει αιώνες περιήγησης με τον πανάρχαιο οδηγό να διασφαλίζει ότι θα αποδοθούν με αδέκαστη δικαιοσύνη τα εύσημα στον καθέναν κατά το μέτρο μιας κοινής πολιτείας. έτσι έφυγε, παρουσία όλων των επιφανών: του κόμματος, του κινήματος, της αριστεράς, της κοινωνίας. ούτε μια λέξη δεν ειπώθηκε που νάταν δική της, για τον άνθρωπο που εκπροσωπούσε κείνη τη στιγμή, που εκπροσώπησε όλα της τα χρόνια. ίσως γιατί κανένας δεν είχε δεί στη ματιά της την προσωποποίηση της έγνοιας, δεν είχε ανιχνεύσει στη χροιά της φωνής της τον πόνο.

είχε γράψει ο Πιοτρ Τσερέκοφ στο ημερολόγιό του: κοιτάξτε, σαν πεθάνω, στον τάφο μου μη γράψετε τίποτα για τους τίτλους και τα παράσημά μου, στην κηδεία μου μη μαρτυρήσετε τίποτα για την ανδρεία μου, την πίστη μου στο κόμμα, την προσφορά μου στην επανάσταση. πείτε αν θέλετε για κείνο το σκύλο που πλήγωσα με μια πέτρα τη νύχτα, που μετά από τη δωδεκάωρη συνεδρίαση της κεντρικής επιτροπής μου απονεμήθηκε το παράσημο της Κόκκινης Σημαίας. για τα αυτονόητα δεν καυχιέσαι ποτέ.

το ημερολόγιό του δεν έπεσε ποτέ στα χέρια της αγαπημένης του. εκείνη μια καλοκαιρινή νύχτα έφυγε, άγνωστο για πού και δεν θέλησε ποτέ να τον συναντήσει. στα μελαγχολικά του απογεύματα καθόταν και της έγραφε. όσα από τα γράμματά του σκέφτηκε να της στείλλει, τα ταχυδρομούσε σε φανταστικές διευθύνσεις και δεν έφταναν ποτέ στα χέρια της. τα υπόλοιπα να άφησε να περιμένουν το ξεθώριασμα των καιρών.

μα ούτε αυτά, ούτε το ημερολόγιο τα διάβασε κανείς. λίγο πριν πεθάνει παρακάλεσε τους λιγοστούς πια φίλους του να τους πεί μερικά από τα μυστικά του. και τους είπε την ιστορία του σκυλιού στο πλατύσκαλο της κεντρικής επιτροπής, τους είπε και για τη γυναίκα της ζωής του που έφυγε μια νύχτα του καλοκαιριού, πληγωμένη από τις πτώσεις του. αυτή ήταν η ζωή μου, όχι αυτή που ξέρετε. μα εκείνοι δεν έκριναν πως πρέπει να τον ακούσουν. και στην κηδεία του μαρτύρησαν για κείνα που αυτός δεν ήθελε. σαν να ενταφιαζόταν η δική τους ζωή, ακούστηκε το δικό τους θέλημα. ζωή που υποθηκεύτηκε για άλλων οράματα και σκοπούς. και ούτε για την πέτρα που σήκωσε από την αυλή της κεντρικής επιτροπής μαθεύτηκε κάτι. πως βρέθηκε κείνη η πέτρα στον κήπο, γιατί το σκυλί ούρλιαζε κείνη τη νύχτα στα πόδια του Ι.Τ, ποιά βαθειά επίγνωση τον έκαναν να κλάψει για τις πληγές του σκυλιού. τίποτα δεν μαθεύτηκε από όλα αυτά. τον έθαψαν με τα παράσημα μιας αδιάφορης καθημερινότητας, στεγνής καθώς την έλεγε σαν λείπει ο έρωτας που δροσίζει του νου την έρημο.

κοίτα να βάψεις το ταβάνι σαν φύγω. βρες ένα χρώμα που να ταιριάζει στη ζωή μας, το τραντίσιοναλ γέλοου, κωδικός 170 στο δειγματολόγιο της μπένζαμιν μουρ. ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσε από το στόμα της, που διάβασε στα μάτια της ο Ιγνάθιο Moντέρες. από τότε και χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει εκείνη χάθηκε, ποτέ δεν είδε το ταβάνι που ο Ι.Μ έβαψε, ποτέ δεν ξαναφάνηκε στο δρόμο του. αυτά ιστόρησε μετά από χρόνια ο Ι.Μ στην κόρη του. τίποτα δεν έμαθα από τη ζωή της, αγνοώντας τα πάντα για τη δική μου ζωή.

μια μέρα εκτροχιασμένη από τις ράγες της καθημερινότητας η σημερινή. έξω φυσά ή βρέχει. και η κουλουριασμένη στα πόδια μου γάτα δεν θέλει να ξεδιαλύνει το πρωτόγνωρο γι' αυτήν σύμπλεγμα της φύσης. προσηλωμένη στο καθήκον της μένει ακίνητη στα πόδια μου. με την παραμικρή μου κίνηση σηκώνει το κεφάλι, με κοιτά στα μάτια και μου λέει ότι ξέρει πολλά για τη δική μου ζωή, γιατί είναι βέβαιη πως μπορεί να ζεί και μετά από μένα. αποφεύγουμε και οι δυό μας να σκεφτούμε περισσότερο πάνω σ' αυτό. απαλλάσσομαι διακριτικά από το αγκάλιασμά της να ρθώ να πω μια καληνύχτα.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

δ.γμ


μια μέρα ήρθαν κι' έκοψαν το ρεύμα. δύο δίμηνα απλήρωτα, οι επιταγές είχαν προτεραιότητα. δεν μπορώ τους λες, αυτοί επιμένουν, λες δε γαμιέται, πάμε παρακάτω. δίνοντας συγχωροχάρτι στον φταίχτη, την κρίση, που δεν είχε φτάσει ακόμη.  

μετά ειδοποίηση από την εφορία. δεν υπέβαλες δήλωση φπα. δ.γμ λες, ένα παραπάνω πρόστιμο, πάμε παρακάτω. στη συνέχεια απειλές. θάρθουμε για έλεγχο, φέρτε τα βιβλία σας. δ.γμ λες ας πάμε παρακάτω. κατεβάζεις τα στόρια, δανείζεσαι να ξανάρθει το ρεύμα, κόβεται το τηλέφωνο. πάμε παρακάτω.

την επόμενη μέρα τηλεφωνούν από την τράπεζα, μια από τις δόσεις των δεκατριών δανείων βρέθηκε σε καθυστέρηση, τον άλλο μήνα βρέθηκαν άλλες έξι και τον επόμενο και οι δεκατρείς. δεν γαμιώνται και οι δόσεις λες, πάμε παρακάτω.

μετά έρχεται η ιδιοκτήτρια, ζητάει με το δίκηο της το ενοίκιο, διαμαρτύρεται. αυτή τη φορά με το αυστηρό της προσωπείο, εκείνο που θάπρεπε να έχω, αυτό που αρμόζει σε σοβαρούς επιχειρηματίες σε εποχές κρίσης. αντί να της εξηγήσεις, σηκώνεις το κεφάλι, η ψευδοροφή απορροφά όλη την αγανάκτηση, δεν σου επιστρέφει τίποτα, καμμιά ελπίδα. της λες δεν γαμιέσαι και σύ, και πας παρακάτω.

και χτίζεις, χτίζεις, χτίζεις. εχθρούς, αντιπάλους, ανταγωνιστές. χτίζεις το δικό σου μετερίζι για να πας παρακάτω. τα βράδυα των άδειων ημερών γυρνάς σπίτι, θα πρέπει να πείς κάτι, έστω ποιοί πέρασαν από το μαγαζί, αν ψώνισαν, αν ξόφλησαν. θα πρέπει να πείς αν έχεις να καλύψεις τη δόση του δανείου, μην μας πάρουν το σπίτι. και λες έχω, κι ας μην έχεις. αλλάζεις κουβέντα, αλλάζεις τοπίο. πάμε στην πλατεία, κερνάω; κι ας μην έχεις ευρώ στην τσέπη. η μαγιά και η μαγεία του παρακάτω.

χρόνος ατελείωτος στο ίδιο παιγνίδι, στο ίδιο κρυφτό με το φόβο, την απελπισία, την τρομοκρατημένη ελπίδα. γιατί αυτή δεν ξεθαρρεύει όσο κουβαλάς τον παληό σου εαυτό. που και που κάνεις κανένα ηρωϊκό ντου στο μαγαζί να πάρεις ό,τι μπορέσεις, κυρίως θύμισες παληών χρόνων. να εξαφανίσεις θυροκολημένες διαταγές πληρωμής, εξώδικα, απλήρωτους λογαριασμούς, ειδοποιητήρια. και όσο τα εξαφανίζεις αυτά πολλαπλασιάζονται. λερναίες ύδρες που έρπουν στην πόρτα, στη βιτρίνα, χώνονται μες στο μαγαζί, ανακατεύονται με τα εμπορεύματα. και έρποντας κάποια στιγμή φτάνουν και στο σπίτι. με την ίδια σαρκοβόρα διάθεση, την ίδια αποπνιχτική απειλή. ανάβεις φωτιά και τα καίς. δεν παν να γαμηθούν όλοι και όλα, πάμε παρακάτω.

έχεις πεί το ρήμα γαμάω σε όλες τις φωνές, τους χρόνους, τα πρόσωπα και πας παρακάτω. στο παρακάτω της απελπισίας, στο παρακάτω της κατάθλιψης. που δεν γαμιέται, ούτε πολεμιέται. γιατί έμεινες μόνος σου. ώσπου μια μέρα σου πέταξαν το κλειδί της απόδρασης. το άρπαξες, γάμησες όλους και όλα, διέγραψες με μιας δεκαετίες ζωής, χιλιάδες πρόσωπα αγαπητά και μισητά. αρνήθηκες να πάρεις στο ταξίδι για το παρακάτω τις αποσκευές χαλάσματα του χθες. τηλέφωνα, μεϊλ, διευθύνσεις απέμειναν σε χέρια και μάτια αγνώστων για να κανοναρχήσουν αυτοί πια τη δική σου γραμματική, ν' αξιολογήσουν το τι σκατά άνθρωπος ήσουν.

απαλλαγμένος από δεκαετίες φόβων, αγκαλιάζεις στα τυφλά έναν άλλο κόσμο. χωρίς εφιάλτες, χωρίς φονικά τηλεφωνήματα ή διαταγές πληρωμής και απειλές κατασχέσεων. παρόλα αυτά είναι μέρες και ολάκερες νύχτες που τα τασάκια γεμίζουν αποτσίγαρα και τα γυαλιά θολώνουν από την αφυδάτωση των ματιών. μα βαριέσαι να σηκωθείς να τ' αδειάσεις, σου είναι κοπιαστικό να κάνεις μια κίνηση να σκουπίσεις τα γυαλιά σου, κυνηγώντας διαρκώς ένα παρακάτω. ξέρεις πως το στοίχημα είναι ένα παιγνίδι αποβολής όσων σ' έφεραν έως εδώ, ένας όρκος απάρνησης του παληού, μα εσύ βρίσκεσαι παγιδευμένος στο ταξίδι για το παρακάτω. λευτεριά δεν μπορείς να το πείς αυτό και όμως το λες. αγκαλιάζεις πιο σφιχτά τον κόσμο που σε λυτρώνει, γαντζώνεσαι πάνω του, αποζητώντας την ανάπαυση του νου. κι έρχονται  οι ερινύες των χρόνων που διέγραψες να σου θυμίσουν ότι το μόνο παρακάτω είναι αυτό της κατάθλιψης. γάμησες, σου λένε, έναν ολόκληρο κόσμο, τη ζωή σου, απαξίωσες ελπίδες δικές σου και άλλων, τάφερες όλα στα μέτρα της δικής σου απόγνωσης. παίρνοντάς τους μαζί στο ταξίδι για το παρακάτω, που τώρα το λες παραπέρα, χωρίς να ξέρεις το πού, χωρίς να έχεις προνοήσει που θα απαγκιάσεις στον άνισο πόλεμο με τις εξουσίες, στο παιγνίδι ζωής και θανάτου. με τους αξεδιάλυτους φόβους σου και μη γνωρίζοντας τα λάθη σου, πας παρακάτω.

ίδια διλήμματα, ίδιοι γρίφοι, ίδια τα εφόδια για να πορευθείς. μόνο φόβοι, χωρίς διαστάσεις και ιδιότητες, χωρίς αιχμές. διαχέονται παντού με διαλυτικό ένα ρεμεντόν και συ πας παρακάτω. και μόνο όταν σου λείπουν τα λεφτά να ακολουθήσεις τη θεραπεία, επιστρέφουν οι εφιάλτες της επιταγής, του φπα, των δόσεων, του σκοτεινού μαγαζιού, της εξωθείσας βιοτής. μαζί κι' εκείνα τα πρόσωπα που αρνήθηκες να κρατήσεις τα χαρακτηριστικά τους, που διέγραψες από τις δεκαετίες της ζωής σου, κι ας πέρασες μαζί τους τα πιο ακριβά σου χρόνια. και ξεκινά η μέρα σου μ' αυτούς ολοζώντανους μπροστά σου. παλεύεις να αποδράσεις, να κάνεις μια ακόμη ηρωϊκή έξοδο, να γίνεις μια κοσμοεικόνα αυτών που γητεύουν τις πληγές σου. μα πώς να πολεμήσεις το φόβο μπροστά στη λευτεριά αφού είναι πια ένα είδωλο χωρίς αντίκρυσμα, ένα γενόσημο του ρεμεντόν. και δεν πας παρακάτω. μένεις εκεί παραλυμένος από ένα φόβο χωρίς ιδιότητες και χωρίς αιχμές. έχεις χάσει ακόμη και τους φόβους σου. δ.γμ λες και δεν πας πουθενά. 

κοινή αφήγηση μιας εποχής δια στόματος Α.Χ. ένα βράδυ στου γιλμάζ. για να προσθέσει: 
το μόνο κόκκινο της ζωής μας, τελικά είναι τα κόκκινα δάνεια 
και οι ανεξόφλητοι λογαριασμοί.

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

χρωστάω


χρωστάω. σε νόμισμα που κανείς άλλος δεν θα δεχόταν. παρά μόνο Αυτός που μου δώρησε τ' ανεκτίμητο. έχοντας το ακατάσχετο, λογαριάζω μια μέρα να ξεπληρώσω. αν και ξέρω πως Αυτός ποτέ δεν θα μου ζητήσει τα οφειλόμενα. η οφειλή μας είναι να υπάρχουμε μέσα από των άλλων τις ζωές. ποτέ μακρυά τους, ποτέ ξένοι. είναι το αντίκρυσμα μιας πίστης θεμελιωμένης γερά μέσα μας, η επίγνωση αυτής της οφειλής είναι ευτυχία. και ο πόθος να υπάρχουμε μας ανεβάζει ένα σκαλί πιο πάνω, λιπαίνει τη μετριότητα. έτσι έρχεται ο κατακλυσμός της αρμονίας του κόσμου. που ανατρέπεται σαν αρνείσαι την οφειλή των άλλων, γιατί αρνείσαι τη δική σου οφειλή. ξέχωρα τεφτέρια είναι αγάπη χωρίς αντίκρυσμα. μαζί διασχίζουν τα τρίσβαθα της ψυχής, συσκοτίζοντας την όρασή της. καμμιά φορά μας ξεγελάει η φωτεινότητά του φεγγαριού. νομίζουμε ότι κάθεται μπροστά από τα σύγνεφα. είναι η χρεία του να το φέρουμε στα μέτρα μας. μ' αυτό στέκει εκεί, πάντα πίσω και μακρυά από τα προσωρινά, τηρώντας το ισοζύγιο των συν και πλην. στο τέλος προκύπτει  πως το κάθε τί γύρω σου οφείλει. τα άψυχα παίρνουν την ταπεινότητα του οφειλέτη. η γάτα γίνεται πότε Δήμητρα και πότε Περσεφόνη. τα λουλούδια εκπέμπουν της νύχτας τ' απόσταγμα, οι καρποί απλώνονται στα εύγνωμα χέρια σου, τα δέντρα ντύνονται τη φορεσιά της έγνοιας και η έρημος, με το πράο της αγκάλιασμα, μια θάλασσα που θέλει να σε αμείψει με τον δικό της παράδεισο. ξέρεις πόσα χρωστάς, αγνοείς πόσα σου χρωστάνε. κάθε βράδυ λίγο πριν τα μεσάνυχτα βγάζω το δικό μου Ζ, κάνω ταμείο οφειλών. μια καθημερινότητα απαραίτητη, πνιγμένη στην ηδονή του απύθμενου ισοζυγίου. από μια βροχή πιο δυνατή από την μπόρα, του καθενός τη βροχή. γίνεσαι όλος θύμιση, ύλη σκορπισμένη στο χρόνο που δαμάζουν δρόμοι παράλληλοι και πορείες συμπίπτουσες. η ηδονή του οφείλω σε έξαρση αιώνων. χρωστάω, έρωτα ορισμός. γονατίζοντας στο αυτονόητο προσεύχομαι να μην ξοφλήσω ποτέ.

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

το φώς του κόσμου

ποιός άνεμος τον ξερίζωσε από τη μάνα γή


και ζωγραφίστηκε σ' αυτά τα μάτια
το φώς του κόσμου


με χρώματα δωρικής μελαγχολίας


από τη διαδήλωση στα Προπύλαια για το Κομπανί


8 Οκτώβρη 2014.

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2014

το εμβατήριο που τούμαθαν να λέει


για νάχει ειρμό η αφήγηση καλό είναι να διαβάσετε πρώτα εδώ..

δεν καθόταν να τον δέσουμε...
μ' αυτή τη φράση απάντησε ο ματατζής (αστυνομικός) μάρτυρας κατηγορίας στην ερώτηση της προέδρου του δικαστηρίου "σε τί συνίσταται η αντίσταση κατά της αρχής".

και κεί όλοι μας σκάσαμε στα γέλια. μέσα στην αίθουσα του τριμελούς αυτοφώρου, όπου δικαζόταν ένας κάτοικος της γειτονιάς μου, ο δ. γιατί τόλμησε να διαμαρτυρηθεί στα φασιστοειδή που μες στα μεσάνυχτα θορυβούσαν κάτω από το σπίτι του, φυλάσσοντας-ντε και καλά-τα γραφεία του μπατσοκ στη Χ. Τρικούπη.

ο επικεφαλής της διμοιρίας των ΜΑΤ ήταν ο μάρτυρας, ναι ο επικεφαλής, ολόΐδιο φασιστόμορφο τέρας. τύφλα στις μπόμπες κείνο το βράδυ, πιστό στη θρασσυδειλία του αντέτεινε προς τη γυναίκα του δ. που πρώτη διαμαρτυρήθηκε από το μπαλκόνι του σπιτιού της αν έχεις αρχίδια κατέβα κάτω. και κατέβηκε αυτός που εκ φύσεως διέθεται τα αρχίδια, ο άντρας της. τον οποίον πάραυτα θέλησαν να μπουζουριάσουν, φορώντας του χειροπέδες. και αυτός αντιστεκόταν, ιδού το έγκλημα, ΑΝΤΙΣΤΕΚΟΤΑΝ.

φυσικά το κωλόχαρτο με το οποίο τον τύλιξαν δια τα περαιτέρω έγραφε και για εξύβριση κατά συρροή. Εξύβριση αρχής

δεν καθόταν να τον δέσουμε. και μες στη μαυρίλα που μας περιτύλιγε σκάσαμε στα γέλια. και η πρόεδρος αντί να πετάξει έξω από την αίθουσα καμμιά 20 φασιστοτόμαρα που ήρθαν να ..συμπαρασταθούν στον ...μάρτυρα κατηγορίας και πέντε-έξι δελτάδες οπλισμένους που περιφρουρούσαν (μες στην αίθουσα) το φασιστόμορφο, αντέτεινε απορούσα ως μυξοπαρθένα ποιό ήταν το αστείο. Φυσικά αυτή και όλη η έδρα του δικαστηρίου δεν ανίχνευσαν σταγόνα φαιάς φαιδρότητας στη μαρτυρία του φασιστοειδούς. λιγάκι νάβαζαν την, κατευθυνόμενη από τις ανάγκες των αφεντικών τους, λογική τους να τρέξει θα μας πήγαιναν για ασέβεια στο νόμο και την τάξη. κοινώς θα μας μπουζούριαζαν κι εμάς. δεν είναι δυνατόν να εμπαίζεις τους θεσμούς και τους ιερούς νόμους τους.

ένας κοινωνιολόγος ή ένας ψυχίατρος επίσης δεν θα τόβρισκαν αστείο. από τη σκοπιά τους βέβαια. ένα εικοσιπεντάχρονο παιδί που εμποτίσθηκε με τα νάματα του φασισμού εκπαιδευόμενο στους λόχους των σύγχρονων SS δεν είχε κανέναν λόγο να μην επαναλάβει κατά λέξη αυτά που τούμαθαν. ίσως με κάποιες παραλλαγές: δεν καθόταν να τον ασφαλίσουμε, να τον δεσμεύσουμε, να τον εγκλωβίσουμε. παραλλαγές που ακούστηκαν από τον επόμενο μάρτυρα. 

εκεί στα θερμοκήπια του φασισμού, στις σχολές της αστυνομίας και της ταχύρρυθμης εκπαίδευσης λεγεωναρίων των δυνάμεων καταστολής και τρομοκρατίας, όπου διδάσκονται όχι μόνο τα βασανιστήρια κάθε μορφής, οι τεχνικές της μαζικής ενοχοποίησης, το ιδεολογικό σύμπλεγμα της απεριόριστης εξουσίας πάνω στον άλλον, η απογύμνωση των δικαιωμάτων κάθε πολίτη έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, ακόμη και των αποβρασμάτων της. δίνει το ελεύθερο σε κάθε τομάρι να σε τυλίγει άνευ αιτίας και αφορμής σε ένα κωλόχαρτο, να σε κάνει ξέφτια, ακόμη και να σου αφαιρεί τη ζωή μόνο και μόνο γιατί δεν του άρεσε η φάτσα σου. 

γνωστά είναι αυτά και τα βιώνουμε. δεν χρειάζεται και μεγάλη προσπάθεια να καταλάβουμε πως τέτοια άτομα σε ελάχιστους μήνες μεταμορφώνονται σε εγκληματίες, σε δολοφόνους αξιοπρέπειας. πως ενδυόμενοι τη στολή, αυτόματα αποκτούν το δικαίωμα εξόντωσης και καταπολέμησης κάθε πολίτη και κάθε  άποψης που αμφισβητεί την εξουσία τους. το ότι δεν διδάχθηκαν πως υπάρχουν δικαιώματα, νόμοι, ελευθερίες, και ακόμη περισσότερο πως η αντίσταση είναι ο νόμος και καθήκον των ελεύθερων ανθρώπων όταν η αδικία πέφτει πάνω στο κεφάλι τους, θα μπορούσε να τους δώσει κάποια ελαφρυντικά. θα μπορούσε να δώσει όμως και την ευκαιρία στους λειτουργούς της δικαιοσύνης να αναπληρώσουν το κενό διδασκαλίας και εκπαίδευσης των ατόμων αυτών. έστω με μια παρατήρηση.

αλλά τί έκαναν εν προκειμένω οι κύριοι δικαστές ; πως επέτρεψαν στα λύματα του φασισμού να εκβραστούν στην αίθουσα της δικαιοσύνης ; να υποθέσω ότι φοβήθηκαν ; ή μηπως έχει επέλθει κατακλυσμός λυμάτων σε όλες τις εκφάνσεις της κρατικής εξουσίας, διαποτίζοντας σιγά-σιγά όλη την κοινωνία ; και κάθε πολίτη χωριστά...

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

να θυμάσαι μόνο, να θυμάμαι


στη χώρα του δεν θυμάμαι
κάνω τρία βήματα μπρος και χάνομαι*

πως τον μίτο που μούδοσες κάποτε από τα σκοτεινά να βγώ, τον έχω ακόμη. πάντα μου χρειάζεται. γιατί η ζωή μας κατοικεί σε λαβύρινθους. κι' αν μερικές φορές ξεχνώ μαζί μου να τον κρατώ, να ξέρεις πως δεν τον παράτησα στα άχρηστα. κουβαλώ ακόμη πάντα μαζί μου και 'κείνη τη φωτογραφική μηχανή που μου χάρισες. και μ' όσα πρόλαβα να μάθω για την τέχνη της ευθανασίας των στιγμών. καταγράφω τα ασήμαντα για να έχουν ένα στίγμα τα σημαντικά. κάποτε σαν ανταμοιβή θα σου παραδώσω όλα τα λάφυρά μου και θα χαρείς γιατί το δώρο σου έπιασε τόπο. μα σκέφτομαι τον μίτο να τον κρατήσω για πάντα. ώρες-ώρες ξενυχτώ, και σαν τις νυχτοπεταλούδες, πετώ από λάμψη σε λάμψη, ακούγοντας το τραγούδι της σιωπής. και το φτερούγισμα αυτό είναι η ζωή μου. και θάθελα από μια αφώτιστη γωνιά νάσουν με τη φωτογραφική σου μηχανή να καταγράφεις τα φτερουγίσματά μου. μου έλειψε αυτό, μου λείπει. και θάθελα κι εγώ να κάνω το ίδιο. και μια μέρα αυτές οι εικόνες να ανταμωθούν, να σμίξουν και γίνουν το πατσγουόρκ της υπόστασής μας. και τα χρώματα να κάτσουν όπως μας αναπαύει. και οι γραμμές να δέσουν πλέκοντας όνειρα για τα κρύα του χειμώνα. και οι καμπύλες της ψυχής μας να κοιτάνε προς τ' αστέρια. να θυμάμαι μόνο, να θυμάσαι. πως δεν είναι η ζωή μας μια παράταση του πόνου. αλλά ένας αγώνας που δεν θα τελειώσει ποτέ.


*στίχοι από παιδικό αργεντίνικο τραγούδι (μουσικό θέμα στην ταινία "επίσημη ιστορία")