Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

ευχές


ευχές που γράφτηκανευχές που ειπώθηκαν με τα μάτιαευχέςπου τραγουδήθηκανευχές που αγκάλιασαν το σώμαευχές που έθρεψαν τα όνειραευχές που λαβώθηκαν στο ταξίδιευχές που δεν έφτασαν ποτέευχές που δεν παραδόθηκανευχές που αγνοήθηκανευχές που έμειναν στα αζήτηταευχές που λοιδωρήθηκανκι' αυτές που λησμονήθηκανευχές που ταξίδεψαν χωρίς προορισμόκι' αυτές που πέταξαν στον ουρανόκαι οι άλλες που σπάρθηκαν στη γήευχές που ξέβαψαν πάνω στο χαρτίκι' αυτές που δεν χώρεσαν στο χαρτίευχές που που δεν απόχτησαν φωνήκι' οι άλλες που δεν βρήκαν τις λέξειςκι' αυτές που μάτωσαν το σώμαμα κι' αυτές που πάγωσαν την ψυχή.
...ας γίνουν όλες μαζί ΜΙΑειπωθούν-δεν ειπωθούν, γραφτούν-δεν γραφτούν,φτάσουν-δεν φτάσουν, γλυκάνουν ή πικράνουν.
Νάμαστε Μαζί

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

το συν


κρυφά διαβάζω τους ποιητές. όρθιος στα βιβλιοπωλεία, με σκυμμένο κεφάλι στους δρόμους της πόλης, απόξενος στα πάρκα, έγκλειστος στο σπίτι. αδηφάγος μπροστά στον υπολογιστή, τρυπώνοντας κρυφά στα κιτάπια τους. μια ματιά στα πεταχτά να μαγευτώ και να ταξιδέψω. 

να μετρήσω το μπόϊ τους, να αντιγράψω το σενάριο της ζωής τους. ποιητές της σιωπηλής νύχτας, της ροδαυγής και του πένθιμου δειλινού. ποιητές της ζωής που άλλοι απώθησαν το ευ και το δυς της τύχης και άλλοι εξορίστηκαν από παραδείσους γυναικείων οραμάτων και μητρικών ευχών.

και δεν ξέρω ακόμη πόση δυστυχία υπάρχει στον κόσμο, πόση ευτυχία λείπει από τον καθένα μας. κι' αυτοί που ξέρουν δεν θα μιλήσουν ποτέ. μόνο σιωπή σαν ανταπόδοση της ανοχής και της αδιαφορίας μας.

δεν ξέρω και γιατί υπάρχει αυτή η δυστυχία, κάποτε ήξερα, ή νόμιζα πως ήξερα. μέχρι που γκρεμίστηκαν όλες οι βεβαιότητες που είχα για τα κενά του κόσμου. βεβαιότητες ατροφικές πια που δεν ερμηνεύουν τίποτε.

το μόνο που ίσως να μάθω είναι το πως μετριέται το ευ και το δυς της ζωής. μπορώ να το μάθω μετρώντας το δικό μου μπόϊ. 

ακούω και ξανακούω τον Ακροβάτη και στις τελευταίες λεξούλες του τραγουδιού 

μην κλαις, πουλί μου, μην κλαις, πουλί μου

δακρύζω μαζί με τις λέξεις. και λέω κάτι πρέπει να κάνω.

με τον δικό της τρόπο το προστάζει και η γάτα του σπιτιού. που στέκεται ώρες και ώρες αμήχανη, έχοντας ενσωματώσει όλες τις απώλειες του κόσμου. και με κοιτά επίμονα, ξέροντας ότι θα ζήσει και μετά από μένα. παίζει με τα φουσκωμένα μπαλόνια κι αυτά σκάνε στα μούτρα της. τρομάζει για λίγο κι ύστερα, μασώντας το πλαστικό απομεινάρι, εκδικείται το φόβο. 

αυτή θα ζήσει και χωρίς τα μπαλόνια γιατί θα ζεί και μετά από μένα. μα δεν θέλω να το σκέφτομαι ούτε να διώξω το ζώο από το σπίτι. ισορροπώντας ανάμεσα σε δυό αλήθειες προσπαθώ να πνίξω τη μια, να θολώσω το περίγραμμά της άλλης. μα η ζωή μετριέται με τα μπαλόνια που σκάνε και όχι με αυτά που μαραζώνουν. 

και όταν σημώνουν τα άγρια μεσάνυχτα, ξοφλώντας τη μέρα που έφυγε με ένα αχ, πλάθω το ζυμάρι της νέας μέρας. το συν για να πάμε παρακάτω. για να μη μάς έχει του χεριού της η ερημιά. το συν αντί για τα ευ και τα δυς της Ζωής Μας. 

κάτι πρέπει να κάνω να βγάλω έστω ένα ουρλιαχτό να τρομάξει ο φόβος.

Με τον καιρό να 'ναι κόντρα έχει τιμή σαν πετάς

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

"ναι ρε, νικήσαμε" ...με εντολή του Νίκου


κραυγή χαράς του άγνωστου σε μένα νεαρού χθές (τετάρτη) το μεσημέρι έξω από το Γεννηματάς. Ζωή που δροσίζεται από τα μικρά της κτήσης και τα Μεγάλα της ψυχής. το ακριβότερο ποτό που πληρώνεται με θυσίες, που αποστάχθηκε από μούστο αμπελιών που ποτίστηκαν με δάκρυ και ιδρώτα.

"ναι ρε, νικήσαμε" γιατί ό Νίκος Ρωμανός θέλαμε να ζήσει, ήθελε να ζήσει. το φώναξαν καμιά διακοσαριά στόματα έξω από τον άρειο πάγο προχθές το μεσημέρι, σαν ακούστηκε το ερώτημα του πατέρα: παιδιά συμφωνάτε με την τροπολογία ; Θέλουμε να ζήσει ο Νίκος ήταν η απάντηση που έσκισε τον ουρανό. και έκανε τη μικρόψυχη και υστερική δημοσιογράφα να σκύψει το κεφάλι και να εξαφανιστεί στο δρόμο της (δικής της) αριστεράς. για την εν λόγω η όλη τακτική ήταν λάθος, ήταν ...αδιέξοδη.

"ναι ρε, νικήσαμε" για πρώτη φορά μετά από χρόνια. σαν δαρμένο σκυλί ήταν εξομολογήθηκε ο πατέρας του ΝΡ μετά τη συνάντησή του με το σαμαρά. δαρμένο σκυλί με εντολή του Νίκου, με εντολή δική μας.

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Νίκος Ρωμανός, ως το τέλος


ο Ν.Ρ ορισε τα όρια της ελευθερίας μας, ανεβάζοντας ξανά τον πήχυ στον ουρανό. τον πήχυ που η ανάπηρη αριστερά πέταξε κάτω έναν Δεκέμβρη και από τότε δεν ξαναδοκίμασε το δικό  της άλμα. ο Ν.Ρ όρισε τα όρια της αξιοπρέπειάς μας, αναβαπτίζοντας τη λέξη άνθρωπος. θεσμοποίησε το δίκαιο των καταπιεσμένων, έδειξε το δρόμο των εξεγερμένων συνειδήσεων.

ο Ν.Ρ δοκιμάζει την προσεδάφισή του σε άλλους πλανήτες που τα μάτια μας αδυνατούν να δούν. τους πλανήτες αυτούς θα τους ονοματίσει η ιστορία, ορίζοντας εκ νέου το περιεχόμενο λέξεων που σήμερα πλανώνται ορφανές: αγάπη, έρωτας, φιλία, ανιδιοτέλεια, γενναιότητα, αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη, εντιμότητα, αυτο-θυσία.

Ο αγώνας κυοφορεί και απώλειες αφού στα μονοπάτια προς μια αξιοπρεπή ζωή 
πρέπει να πάρουμε από το χέρι τον θάνατο, 
ρισκάροντας να τα χάσουμε όλα για να κερδίσουμε τα πάντα. 

ο Ν.Ρ δεν είνα ένας από εμάς. δεν έχει λαβωθεί από τα σκάγια της ήττας μας, ούτε θα λαβωθεί ποτέ. κατέχοντας το αλεξή-σφαιρο της αυτοθυσίας και της αφοβιάς, δείχνει το μόνο δρόμο που, διαβαίνοντάς τον, θα τερματίσουμε ακέραιοι με όλα μας τα όνειρα ζωντανά, φεγγάρια στην άβυσσο του σκότους.

...γιατί αξίζει να ζείς για ένα όνειρο κι' ας είναι η φωτιά του που θα σε κάψει

ο Ν.Ρ είναι ο φόβος των εξουσιαστών όπου γής. των εξουσιαστών κάθε χρώματος, κάθε ιδεολογικού ενδύματος. γι' αυτό θα τραβήξει το δρόμο του ως το τέλος. η κυβέρνηση αποφασισμένη για τη συντριβή μας ως το τέλος, θα αναμετρηθεί για πρώτη φορά με αυτό που πάντα φοβόταν περισσότερο: τη θυσία για ένα όνειρο.

αύριο οι πολιτικά νεκροί και οι τραυματισμένοι θα είναι χιλιάδες. θα είναι όλοι αυτοί που σέρνονται από τη μύτη, θωρώντας άτολμοι την εξουσία να τους κουνά το δάχτυλο. άλαλοι και ανήμποροι, φοβισμένοι από την δύναμή της, τρομοκρατημένοι από τα ίδια τους τα όνειρα, υποταγμένοι στο σοκ και δέος που έχει εξαπολυθεί. αν-ιδιοτελείς υποκριτές και ιδιοτελείς προσκυνητές του σταυρού της ηθικής ενός απάνθρωπου συστήματος.

αύριο για τελευταία φορά θα μετράμε τους νεκρούς και τους πληγωμένους μας, μάς το οφείλει η ιστορία, το χρωστάμε σ' εμάς. πετώντας στ' άχρηστα το δεν γίνεται τίποτα, αψηφώντας το δέος της πανίσχυρης εξουσίας

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Ο Νίκος Ρωμανός θα νικήσει


‘‘ Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό,
πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο,
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει,
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε.’’ 

Σε 24 μέρες απεργίας πείνας βρίσκεται ήδη ο Νίκος Ρωμανός διεκδικώντας το αυτονόητο δικαίωμα του να παίρνει εκπαιδευτικές άδειες για να παρακολουθεί τα μαθήματα στη σχολή που πέρασε μετά από πανελλαδικές εξετάσεις. 

Η εκδικητικότητα του κράτους απέναντι στο πρόσωπο του Νίκου Ρωμανού δεν είναι τυχαία. Έχει να κάνει με την ανυποχώρητη υπεράσπιση των αρχών του και των πολιτικών επιλογών του ενάντια στο σύστημα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. 

Ο Νίκος Ρωμανός δεν φοβήθηκε όταν ο Κορκονέας δολοφονούσε μπροστά στα μάτια του τον φίλο του Αλέξη Γρηγορόπουλο, δεν λύγισε όταν οι ανθρωποφύλακες τον βασάνισαν μετά την σύλληψη του στο Βελβεντό και τα κοράκια των μίντια τον διαπόμπευαν κατά την προσφιλή τους τακτική, δεν τους χαρίστηκε όταν θέλανε με περίσσια υποκρισία να τον βραβεύσουν για την εισαγωγή του στα ΤΕΙ. 

Σήμερα τον καταδικάζουν σε θάνατο -κλείνοντας τα αυτιά και τα μάτια τους- στα πλαίσια της παραδειγματικής τιμωρίας που εφαρμόζουν απέναντι σε όσους αντιστέκονται. Και στα τρία γεγονότα ο ρόλος του κράτους είναι εκείνος του διαμεσολαβητή του θανάτου! 

Η ζωή όμως θα νικήσει το θάνατο 
Ο Νίκος Ρωμανός θα νικήσει 

υγ. ήδη μετά και την σημερινή επιστολή του Νίκου Ρωμανού αλλά και το κίνημα συμπαράστασης που φουντώνει καθημερινά, φάνηκαν τα πρώτα σημάδια άτακτης υποχώρησης της κυβέρνησης. Ο μέχρι χθές "αναρμόδιος" υπουργός δικαιοσύνης δήλωσε σήμερα πως θα αναλάβει νομοθετική πρωτοβουλία για την επίλυση του ...θέματος.

*Όχι με λόγια, μ’ έργα τ’ Άδικο πολέμα!
Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου!
Τ’ άδικο μ’ αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα.
Κι άμα θα σπάσουν οι αλυσίδες τ’ αδερφού,
η λεφτεριά η δικιά του θα ναι λεφτεριά σου,
κι ανάγκη πια δε θα χεις κανενός Θεού.
Κώστας Βάρναλης 

* το θυμήθηκα διαβάζοντας ένα κείμενο του Άρη Χατζηστεφάνου

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

πολύ κρύο απόψε

δεν είναι ο καιρός που κουβάλησε την ψύχρα από νωρίς τ' απόγευμα στα σώματα των σύριων προσφύγων στο σύνταγμα. αλλά η απουσία εμάς των κουτσοβολεμένων. είναι η κουτσοβολεμένη συνείδησή μας που αρπάζει ό,τι πιο ασήμαντο σαν πρόσχημα να μην αντικρύσει την δική της αλήθεια, αυτή που πιστεύει, χωρίς να ξέρει πως, πως δεν θα τη συναντήσει ποτέ. μανάδες με τρία και τέσσερα παιδιά στην αγκαλιά που βύζαιναν ολάκερη τη ζεστασιά της αδύναμης σάρκας τους. μάνες που ποιός ένοιωθε την καρτερία τους πάρεξ μια χούφτα από τους "δικούς μας" ολημερίς εκεί ως αργά το βράδυ. μα εκατοντάδες τα καλέσματα-ανακοινώσεις να προστρέξουμε, χιλιάδες τα likes στο fb για το καθε κάλεσμα. η ζωή μετριέται με likes όχι με τη θυσία, με το αίμα, τον πυρετό της αρρώστειας, την πείνα, τη γύμνια, τον ξεριζωμό, τον κατατρεγμό. θα κάνει κρύο απόψε ας φέρουμε κουβέρτες, γάλατα για τα παιδιά, κανένα υπνόσακο. και πήγαν δυό γυναίκες κι'έφεραν κουβέρτες, υπνόσακους-να μην κοιμηθούν στο κρύο πεζοδρόμιο, να γλυκάνουν όνειρα. και σαν είδε την ανθρωπιά ο φακός της κάμερας "από πάνω" έτρεξε ο κυρ αστυνόμος να πεί πως αν απλώσουν τις κουβέρτες θα τους διώξουμε. μα θα ξεπαγιάσουν, μιλιά αυτός. η αιτία που θα τους έδιωχναν μια κουβέρτα, για μια σταγόνα ζεστασιάς, να βγεί η νύχτα, παίρνω την ευθύνη ξαναλέει ο βαγγέλης στο όργανο και αυτό αποχώρησε για διαβούλευση. κοιταχτήκαμε, κοιτάξαμε και γύρω μας, μετρήσαμε και μετρηθήκαμε. λίγοι για να ζεστάνουν τα κορμιά των παιδιών, τις ψυχές των μανάδων. τόσο λίγοι που έδοσαν στο θρασσίμι το δικαίωμα να απειλεί, στο κράτος της τάξης να καταπατά το αυτονόητο της ανθρωπιάς δικαίωμα. ας τις πετάξουμε τις κουβέρτες βαγγέλη, ας μη στείλλουμε τους ανθρώπους σε στρατόπεδο. ας μείνουν κοντά μας. και αν τυχόν μαζευτούμε πολλοί θα τους ζεστάνουμε. 

αδύναμη η ψυχή μου, το σώμα δεν άντεχε, έφυγα. και τώρα που θέλω να μιλήσω για αυτά  οι λέξεις μου δεν με ακολούθησαν. έμειναν εκεί, στη λεωφόρο αμαλίας.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

"και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω, να κλάψω, να φωνάξω, ή να σωπάσω"

ή, το μεγάλο μας τσίρκο

τίποτα πια δεν με παραξενεύει. ριμέϊκ μιας παληάς ταινίας, τραγούδι ειπωμένο από χίλια στόματα.

όποιος πεθαίνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει. 

από το χέρι όχι κάποιων άλλων αλλά από το δικό (;) μας χέρι.


που καμωνόμαστε πως τίποτα δεν συνέβη και τίποτα δεν θυμόμαστε. ούτε τα αναθέματα, ούτε τις βρισιές, ούτε τις προδοσίες. 

κι αν υπάρχει μια βαρβαρότητα αβάσταχτη δεν είναι τα χτυπήματα των άλλων. αλλά αυτών που με απύθμενη υποκρισία και ακόρεστη βουλιμία καπηλείας θέλουν να καταθέτουν και στεφάνια. κι' αυτών που ακόμη απαιτούν να εισπράττουν από την επένδυση κείνης της νύχτας.

είναι το "γιατί" που κάθε χρόνο τέτοιες μέρες νεκρανασταίνει μέσα μου μορφώματα που θάθελα να ξεχάσω. για να με διώχνει μακρυά από τούτο πια το πανηγυράκι.

μα θα σταθώ σε κάτι "ψιλοπράγματα"* που δεν πρέπει να ξεχαστούν για χάρη της ενότητας της αριστεράς (ποιά είναι αυτή δεν γνωρίζω καλά-καλά, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα).

Νοέμβρη 73 είχαμε το πολυτεχνείο, Σεπτέμβρη του 74 οι πρώτες συνελεύσεις στις σχολές. η ώρα του γιορτασμού της πρώτης επετείου δεν είχε φθάσει ακόμη. και μέσα σε αυτές τις συνελεύσεις ακούγαμε και μαθαίναμε για τους τριακόσιους προβοκάτορες του πολυτεχνείου. μετά τάφερε έτσι η ζωή και άλλαξε το τροπάρι. μα κείνο που δεν άλλαξε είναι αυτό που μας πλήγωνε τότε, μας πληγώνει και σήμερα. 

και διαβάζοντας προχθές την ανακοίνωση του ΚΚΕ για την επέτειο "...Το ΚΚΕ καλεί τις νέες, τους νέους, τους εργαζόμενους, όλο το λαό να τιμήσουν τον ηρωικό ξεσηκωμό στο Πολυτεχνείο, τους νεκρούς του Νοέμβρη, που αποτέλεσε το κορυφαίο γεγονός της αντιδικτατορικής πάλης..."


πακέτο η ανακοίνωση με την επόμενη...

και θα σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω, 
να κλάψω, να φωνάξω, ή να σωπάσω

δεν βλάπτει να θυμόμαστε (αντιθέτως, βλάπτει να ξεχνάμε γράφει η Ιωάννα Σκαντζέλη. και θα πρόσθετα πως οι πληγές δεν κλείνουν με τη ξεκλήρισμα της μνήμης....

γιατί...
στη χώρα του δεν θυμάμαι
κάνω τρία βήματα μπρος και χάνομαι

για τα γεγονότα κείνης της εποχής διαβάστε εδώ κι' εδώ

και μια πρόσφατη θεώρηση εκείνων των γεγονότων στο άρθρο "Οι 300 Προβοκάτορες και η διαιρεμένη δημοκρατία" http://rnbnet.gr/details.php?id=1649

ακόμη στις "σελίδες της Ιωάννας": 

- Ο Μάνος Χατζιδάκις για τις επετείους 
- Όταν “Αριστεροί”,”επαναστάτες” και άλλοι μετέπειτα “αντιστασιακοί”καλλιτέχνες συμμετείχαν στα πανηγύρια της Χούντας

http://iwannaskantzeli.blogspot.gr/2014/11/blog-post_16.html

* "ψιλοπράγματα"1.
οφείλω μια αναφορά στον Διονύση Μαυρογένη που είχε την τιμητική του στις σελίδες της "Πανσπουδαστικής" εκείνη την εποχή. 
μήνες μετά συναγωνιστές από όλα (πλην ΚΝΕ) τα ρεύματα της σπουδάζουσας αριστεράς ζητούσαν επίμονα, στις συνελεύσεις των σχολών, από τους κνίτες να καταδικάσουν το δημοσίευμα της φυλλάδας τους όπου ο Δ.Μ. χαρακτηριζόταν ως πράκτορας του Ρουφογάλη. το ίδιο συνέβη και στη δική μου σχολή όπου ανέδυε το άστρο του γνωστού μας κ. κουτσούμπα. Ούτε μια συγγνώμη από τότε έως σήμερα.

* "ψιλοπράγματα"2.
 ο Δ.Μ. είναι από τους ελάχιστους της εποχής που δεν αναζήτησε ούτε καν την υστεροφημία για την επιλογή (αυτού και άλλων συντρόφων του στην παράταξη που ανήκε) να επιμείνει μέσα στη συνέλευση της Νομικής για την κατάληψη του Πολυτεχνείου, να δώσει σκληρή μάχη στο συντονιστικό για τη συνέχιση της κατάληψης. για να αμοιφθεί δεόντος από τις σελίδες της Πανσπουδαστικής, συγχορδιακώς μετά των λαλιώτηδων και σια.

και πάλι...
στη χώρα του δεν θυμάμαι
κάνω τρία βήματα μπρος και χάνομαι

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

ας μπορούσε


να μην είναι είναι ο χειμώνας αυτός


παρά μια άνοιξη που καιροφυλαχτεί



πίσω από τις απωθημένες εικόνες των καλοκαιριών μας





Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

τρείς λέξεις


τα γραπτά μένουν για να υπόσχονται. κι' αυτά που ποτέ δεν χώρεσαν σ' ένα χαρτί υπενθυμίζουν την παρουσία των γραπτών, ακόμη κι' αν διαψεύδουν την ύπαρξή τους. τ' ανείπωτα, πότε δειλά και πότε με το σπαθί στο χέρι, χαράσσουν δρόμους. με οδηγό την  αμφίσημη βεβαιότητα των γραπτών, προδίδοντας το κρυφτούλι της καθημερινότητας με το αιώνιο.

κόβεις το τελευταίο κομμάτι του χαρτιού από ένα γράμμα-συμβόλαιο με το χρόνο και με το θάνατο. κρατάς μόνο τις τελευταίες λέξεις του, αρκεί, αρκούν. θα μπορούσαν νάχουν γραφτεί πριν από χιλιάδες χρόνια μα είσαι σίγουρος πως η κυριότητά τους μεταβιβάστηκε ακέραια σε σένα, πως οι λέξεις σ' αυτό το κομματάκι είναι δικές σου.

και νοιώθεις πως θα ζήσεις αιώνια χάρη στην πυκνότητα τριών λέξεων πάνω σ' αυτό το χαρτάκι, που ζεσταίνει την ψυχή, πλάθει και αναπλάθει κόσμους αξόδευτους. διεγείρει τις αισθήσεις, αναπαριστά την κίνηση του άλλου σώματος δίπλα στο δικό σου, την έγνοια της ματιάς, την αλήθεια του χαμόγελου που απλώνεται πάνω στο πρόσωπο, σαν το σιρόπι πάνω στο γλυκό, και μετά στρώνεται σε όλο το σώμα, στο δικό σου σώμα, ξεχύνεται πάνω στα σεντόνια, πλημμυρίζει το σπίτι, σε παρασέρνει στο βυθό της πληρότητας, αδρανοποιώντας τον κυματισμό. νεκροφανής ακινησία μιας επικείμενης αναγέννησης, ενός big bang, γένεση. 

τα γραπτά δεν λιπαίνουν το φόβο. τα παίρνεις παραμάσχαλα και πορεύεσαι αδιαφορώντας για το κακοτράχαλο των δρόμων. τ' αγκαλιάζεις και πλαγιάζεις μαζί τους πάνω στο χιόνι μια νύχτα του φλεβάρη κάτω από τον ολοφέγγαρο ουρανό.

τα γραπτά δεν λιπαίνουν το φόβο, θα μπορούσε. όμως το φόβο δεν τον γεννάει το παρελθόν αλλά ο χρόνος που υπολείπεται μέχρι να φτάσεις στο τέλος, μέχρι να φτάσεις στο θάνατο. ο φόβος έρχεται από το μέλλον, φωλιάζει πεισματικά στο παρόν, γραδώνεται στο χρόνο, αναλώνοντας το παρελθόν και αποθαρρύνοντας τα επερχόμενα. η απουσία των γραπτών λιπαίνει το φόβο. υπονοεί την αφαίρεση της κυριότητας εκείνων των τριών λέξεων που αιχμαλώτισαν μέσα τους τον λόγο της ύπαρξης, των λέξεων που ζεσταίνουν το κορμί πάνω στο χιόνι. 

τα γραπτά μένουν για να υπόσχονται, όπως οι νόμοι υπόαχονται τη δικαιοσύνη. δικαιοσύνη μιας φωτεινότητας που αποστάχθηκε σε τρείς λέξεις. τις λέξεις που ξορκίζουν τους φόβους, που συμπυκνώνουν το είναι μας.

είκοσιδύοεβδόμουδύοχιλάδεςδώδεκα. κι' από χθές βράδυ δεν έχει αναπάρει η βροχή. 

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Ξεχερσώνοντας τα χωράφια των ονείρων μας*


έτσι κι' αλλοιώς επετειακό..

Η διαγραφή της πολιτιστικής μνήμης, του παρελθόντος χρόνου δεν είναι απλά ένα επεισόδιο του αποφασίζουμε και διατάζουμε. Δεν είναι ένας κρίκος σε μια αλληλουχία γεγονότων εκφασισμού και καταστολής της δημόσιας ζωής. Είναι κάτι πιο ουσιαστικό. Είναι μια λοβοτομή του σώματός μας, των αισθητηρίων οργάνων μας, της μνήμης.

Και πάντως δεν είναι ο φασισμός της μιας νύχτας, του μπάτσου το περίστροφο, του ναζιστή ο σουγιάς, η εκτροπή μιας επταετίας. Γιατί στο κελί ή στο ξερονήσι η ελπίδα δεν σε εγκαταλείπει, το Μηδέν της ύλης υπάρχει να ξαναρχίσεις, ο βασανισμός της σάρκας μπορεί να γίνει η πορεία για την κατάκτηση του πνεύματος. Γιατί σε τελευταία ανάλυση η ήττα και οι συνέπειές της μπορούν να σε μετατρέψουν σε νικητή. 

Γιατί ο φασισμός που έχει στόχο την ύλη δεν είναι ανίκητος. Και αυτό το δίδαξε η ιστορία εξήντα χρόνια πριν. Και δίδαξε η ιστορία αυτούς που θέλουν να την κάνουν αποκλειστικό τους κτήμα πως η επιλεκτική χρήση της ιστορίας, η προσεγμένη εκκένωση της μνήμης, δεν αρκεί και πως ένας άλλος φασισμός είναι πιο "αποτελεσματικός". Εκείνος που δεν επιστρατεύει μόνο την ύλη των όπλων και των μισθοφόρων αλλά και το κάψιμο των βιβλίων, την πυρπόληση των βιβλιοθηκών, την ολοκληρωτική εκκένωση της μνήμης. Που επιστρατεύει τηνμαύρη ύλη που απορροφά ολοκληρωτικά τον νού, που εκριζώνει κάθε νευρικό κύτταρο που ωθεί το σώμα να ακολουθεί το νού και αυτός την ψυχή. Που κάνει την σάρκα πιο αδύναμη, το μυαλό ά-βουλο, την ψυχή δηλητηριώδες μόσχευμα. 

Είναι ο φασισμός που διαμορφώνει το dna της Ύπαρξής μας. Που αποδομεί την ύπαρξη, που καταργεί την ιστορία των λέξεων, τα χρώματα από τη θύμιση, την αψηλάφιστη των πραγμάτων διάσταση, τη διαφάνεια του χρόνου. Είναι η αποπλάνηση των περιπλανήσεών μας, η διάσταση της διανόησης με την ιστορία. 

Είναι η μαύρη ύλη που απορροφά την αιτία του να ρωτάμε και να αναρωτιόμαστε, να χαιρόμαστε και να κλαίμε, να αγαπάμε και να απεχθανόμαστε. Είναι το μπάζωμα των πηγαδιών, η ασέλγεια της πηγής, το στέρεμα των δακρύων, ο σφαγιασμός της νοσταλγίας, ο νηπιασμός της χαράς. Είναι η διαγραφή του χρόνου που μας δίδαξε και διασφάλισε την ευπρέπεια του λόγου μας.

(Γή άγονη, χρόνος α-διάστατος). 

Φασισμός είναι η κατάργηση των αποχρώσεων που αποδεικνύουν το Νόημά μας, που ντύνουν την ύπαρξή μας, που ποτίζουν τη σπουδαιότητα του Είναι μας, που αναβλύζουν το Φώς και το ευδιάκριτο της αλήθειας από το ψέμα. Είναι η σιγή των παλμών της ψυχής μας, η νύχτα που δεν οδηγεί στο ξημέρωμα.

*****

Στερεύουν μία μία οι πηγές μας, η φτωχοποίηση της ύλης μας γίνεται μοχλός της εξουσίας για την φτωχοποίηση του νού και της ψυχής. Και όταν δεν τους αρκεί να σου πάρουν το σπίτι, σου αρπάζουν το πιο πολύτιμο, τη μνήμη. Και γινόμαστε και θα γενιόμαστε φτωχοί όσο ποτέ άλλοτε, γένους απροσδιόριστου, σώματα ακατοίκητα, ζόμπι περιφερόμενα σ' έναν πλανήτη μόρφωμα ενός πάνοπλου φασισμού.

*κείμενο δημοσιευμένο πριν από καιρό με αφορμή το κλείσιμο της ΕΡΤ.

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

οι ζωές των άλλων


μνημονεύω Απόντες αυτή την εποχή. τη μοναχική, την αποκαμωμένη από τις άλλες. όντας αποκλεισμένος σ' αυτή την πόλη, σε τόπους που πληγώνουν. πάνω στη σβελτάδα να κλείσω λογαριασμούς του καλοκαιριού, να τιθασσέψω ελλείμματα του φθινοπώρου, μπας κι ο χειμώνας που έρχεται γητέψει την άγρια άνοιξη. στοχοπροσήλωση, λες και οι ζωές μας προορίζονται για έναν χειμώνα, μια άνοιξη, ή ένα καλοκαίρι. ποτέ για τον ενιαίο χρόνο. ξέρω, δεν αρμόζει να μνημονεύεις ανθρώπους που φύγαν πνιγμένος στον κουρνιαχτό μιας χειμάζουσας εποχής. τίποτα δεν τους δίνεις, τσιμπολογάς μόνο κομμάτια της ζωής τους για να τα κάνεις δική σου σημαία. οι απόντες ποτέ δεν θα τόκαναν. αποτολμώ τη βεβήλωση.

πάνε μήνες πολλοί που διάβασα ένα βιβλίο για την Τίνα Μοντόττι κι από τότε πολλές ήταν οι ευκαιρίες που ήθελα κάτι να μνημονεύσω από αυτήν. κάτι που δεν ήταν γραμμένο στο βιβλίο, απλά θαρρώ πως κρυβόταν καλά μέσα στις γραμμές του. στην Τίνα, σε όλους τους αναχωρητές, ανήκουν όλες οι εποχές αγκαλιασμένες σφιχτά, στάμπα σε μια σημαία, ματωμένη από τους χρόνους που τους κλάπηκαν, από τους δρόμους που περπάτησαν, από τις πόλεις που έζησαν και τις χώρες που άλλαξαν, ταξιδεύοντας με τις πτώσεις τους και τον έρωτα. σημαία που ύμνησαν όλοι οι πρωτόπλαστοι και αποκήρυξαν οι ανέραστοι εραστές της κόλασης. αυτή η σημαία μεσίστια κυματίζει στις δικές μου εποχές. αυτό είναι το κάτι, το μόνο ελαφρυντικό που θα μπορούσε να δικαιολογήσει αυτή τη βεβήλωση.

απρόσμενα ήρθε η ώρα για το ταξίδι τους στον κάτω κόσμο, ταξίδι μετ' επιστροφής για όλους, για να φέρουν πίσω τον νεκρό ποιητή, να σωθεί η Πόλη όπως θάλεγε και ο αρχαίος κωμικοτραγωδός στους βατράχους του. και έγινε τούτο το ταξίδι ανάχωμα στο ξεθώριασμα παληών φωτογραφιών, στον ακατάστατο τρόπο με την οποίο έρχεται η λησμονιά τους. γιατί οι πτώσεις τους ήταν το μεγαλείο της συμβίωσης των αρετών με τα ταπεινά της ψυχής μας, της δικής τους ψυχής. η πρώτη ύλη της συμπαγούς ύπαρξής του κόσμου και του χρόνου, η άρνηση του φόβου της οριστικής ήττας, που απαγορεύει στην απώλεια να γίνεται αβάσταχτη και στην απουσία αδιάφορη. χωρίς αυτή την ομολογία λειψή θα ήταν η ιστόρηση της ζωής μας, της δικής τους ζωής. οι αδιάφορες απουσίες διηγούνται για τον κόσμο εκείνων που δανείστηκαν τον χρόνο των άλλων με κείνη τη αυθάδεια σαν ο κόσμος ολάκερος να φτιάχτηκε γι' αυτούς.   

πριν λίγους μήνες έφυγε η Α.Μ πότε φίλη και πότε απλά γνωστή. στους επικήδειούς της άκουσα πάλι και πάλι πως ήταν μια ηρωϊκή, συνεπής, ακούραστη, αφοσιωμένη, φωτισμένη αγωνίστρια της αριστεράς, του λαϊκού κινήματος. τάμαθα όπως και πολλοί άλλοι με κάθε λεπτομέρεια. πως ξεκίνησε στο Ρήγα, πως δέθηκε με την αριστερά, πως ανήλθε στον κομματικό μηχανισμό, πόσες κορυφές -δίκαια- κατέκτησε, σε ποιούς κινδύνους έπαιξε τη ζωή της κορώνα-γράμματα, πόση γνώση απέκτησε. πώς, πότε, πόσα. τίποτα δεν έμεινε αναπάντητο γι' αυτούς που η ψυχή της δεν τους χαρίστηκε. και ένοιωσα κείνη την άχαρη στιγμή πως η Α.Μ θάφτηκε για πάντα. με ληξιαρχική πράξη έναν επικήδειο αντάξιο στους επιφανείς της ισοπεδωμένης Καρχηδόνας. μια ομαδική ταφή νεκρών σε τελετουργία που διανύει αιώνες περιήγησης με τον πανάρχαιο οδηγό να διασφαλίζει ότι θα αποδοθούν με αδέκαστη δικαιοσύνη τα εύσημα στον καθέναν κατά το μέτρο μιας κοινής πολιτείας. έτσι έφυγε, παρουσία όλων των επιφανών: του κόμματος, του κινήματος, της αριστεράς, της κοινωνίας. ούτε μια λέξη δεν ειπώθηκε που νάταν δική της, για τον άνθρωπο που εκπροσωπούσε κείνη τη στιγμή, που εκπροσώπησε όλα της τα χρόνια. ίσως γιατί κανένας δεν είχε δεί στη ματιά της την προσωποποίηση της έγνοιας, δεν είχε ανιχνεύσει στη χροιά της φωνής της τον πόνο.

είχε γράψει ο Πιοτρ Τσερέκοφ στο ημερολόγιό του: κοιτάξτε, σαν πεθάνω, στον τάφο μου μη γράψετε τίποτα για τους τίτλους και τα παράσημά μου, στην κηδεία μου μη μαρτυρήσετε τίποτα για την ανδρεία μου, την πίστη μου στο κόμμα, την προσφορά μου στην επανάσταση. πείτε αν θέλετε για κείνο το σκύλο που πλήγωσα με μια πέτρα τη νύχτα, που μετά από τη δωδεκάωρη συνεδρίαση της κεντρικής επιτροπής μου απονεμήθηκε το παράσημο της Κόκκινης Σημαίας. για τα αυτονόητα δεν καυχιέσαι ποτέ.

το ημερολόγιό του δεν έπεσε ποτέ στα χέρια της αγαπημένης του. εκείνη μια καλοκαιρινή νύχτα έφυγε, άγνωστο για πού και δεν θέλησε ποτέ να τον συναντήσει. στα μελαγχολικά του απογεύματα καθόταν και της έγραφε. όσα από τα γράμματά του σκέφτηκε να της στείλλει, τα ταχυδρομούσε σε φανταστικές διευθύνσεις και δεν έφταναν ποτέ στα χέρια της. τα υπόλοιπα να άφησε να περιμένουν το ξεθώριασμα των καιρών.

μα ούτε αυτά, ούτε το ημερολόγιο τα διάβασε κανείς. λίγο πριν πεθάνει παρακάλεσε τους λιγοστούς πια φίλους του να τους πεί μερικά από τα μυστικά του. και τους είπε την ιστορία του σκυλιού στο πλατύσκαλο της κεντρικής επιτροπής, τους είπε και για τη γυναίκα της ζωής του που έφυγε μια νύχτα του καλοκαιριού, πληγωμένη από τις πτώσεις του. αυτή ήταν η ζωή μου, όχι αυτή που ξέρετε. μα εκείνοι δεν έκριναν πως πρέπει να τον ακούσουν. και στην κηδεία του μαρτύρησαν για κείνα που αυτός δεν ήθελε. σαν να ενταφιαζόταν η δική τους ζωή, ακούστηκε το δικό τους θέλημα. ζωή που υποθηκεύτηκε για άλλων οράματα και σκοπούς. και ούτε για την πέτρα που σήκωσε από την αυλή της κεντρικής επιτροπής μαθεύτηκε κάτι. πως βρέθηκε κείνη η πέτρα στον κήπο, γιατί το σκυλί ούρλιαζε κείνη τη νύχτα στα πόδια του Ι.Τ, ποιά βαθειά επίγνωση τον έκαναν να κλάψει για τις πληγές του σκυλιού. τίποτα δεν μαθεύτηκε από όλα αυτά. τον έθαψαν με τα παράσημα μιας αδιάφορης καθημερινότητας, στεγνής καθώς την έλεγε σαν λείπει ο έρωτας που δροσίζει του νου την έρημο.

κοίτα να βάψεις το ταβάνι σαν φύγω. βρες ένα χρώμα που να ταιριάζει στη ζωή μας, το τραντίσιοναλ γέλοου, κωδικός 170 στο δειγματολόγιο της μπένζαμιν μουρ. ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσε από το στόμα της, που διάβασε στα μάτια της ο Ιγνάθιο Moντέρες. από τότε και χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει εκείνη χάθηκε, ποτέ δεν είδε το ταβάνι που ο Ι.Μ έβαψε, ποτέ δεν ξαναφάνηκε στο δρόμο του. αυτά ιστόρησε μετά από χρόνια ο Ι.Μ στην κόρη του. τίποτα δεν έμαθα από τη ζωή της, αγνοώντας τα πάντα για τη δική μου ζωή.

μια μέρα εκτροχιασμένη από τις ράγες της καθημερινότητας η σημερινή. έξω φυσά ή βρέχει. και η κουλουριασμένη στα πόδια μου γάτα δεν θέλει να ξεδιαλύνει το πρωτόγνωρο γι' αυτήν σύμπλεγμα της φύσης. προσηλωμένη στο καθήκον της μένει ακίνητη στα πόδια μου. με την παραμικρή μου κίνηση σηκώνει το κεφάλι, με κοιτά στα μάτια και μου λέει ότι ξέρει πολλά για τη δική μου ζωή, γιατί είναι βέβαιη πως μπορεί να ζεί και μετά από μένα. αποφεύγουμε και οι δυό μας να σκεφτούμε περισσότερο πάνω σ' αυτό. απαλλάσσομαι διακριτικά από το αγκάλιασμά της να ρθώ να πω μια καληνύχτα.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

δ.γμ


μια μέρα ήρθαν κι' έκοψαν το ρεύμα. δύο δίμηνα απλήρωτα, οι επιταγές είχαν προτεραιότητα. δεν μπορώ τους λες, αυτοί επιμένουν, λες δε γαμιέται, πάμε παρακάτω. δίνοντας συγχωροχάρτι στον φταίχτη, την κρίση, που δεν είχε φτάσει ακόμη.  

μετά ειδοποίηση από την εφορία. δεν υπέβαλες δήλωση φπα. δ.γμ λες, ένα παραπάνω πρόστιμο, πάμε παρακάτω. στη συνέχεια απειλές. θάρθουμε για έλεγχο, φέρτε τα βιβλία σας. δ.γμ λες ας πάμε παρακάτω. κατεβάζεις τα στόρια, δανείζεσαι να ξανάρθει το ρεύμα, κόβεται το τηλέφωνο. πάμε παρακάτω.

την επόμενη μέρα τηλεφωνούν από την τράπεζα, μια από τις δόσεις των δεκατριών δανείων βρέθηκε σε καθυστέρηση, τον άλλο μήνα βρέθηκαν άλλες έξι και τον επόμενο και οι δεκατρείς. δεν γαμιώνται και οι δόσεις λες, πάμε παρακάτω.

μετά έρχεται η ιδιοκτήτρια, ζητάει με το δίκηο της το ενοίκιο, διαμαρτύρεται. αυτή τη φορά με το αυστηρό της προσωπείο, εκείνο που θάπρεπε να έχω, αυτό που αρμόζει σε σοβαρούς επιχειρηματίες σε εποχές κρίσης. αντί να της εξηγήσεις, σηκώνεις το κεφάλι, η ψευδοροφή απορροφά όλη την αγανάκτηση, δεν σου επιστρέφει τίποτα, καμμιά ελπίδα. της λες δεν γαμιέσαι και σύ, και πας παρακάτω.

και χτίζεις, χτίζεις, χτίζεις. εχθρούς, αντιπάλους, ανταγωνιστές. χτίζεις το δικό σου μετερίζι για να πας παρακάτω. τα βράδυα των άδειων ημερών γυρνάς σπίτι, θα πρέπει να πείς κάτι, έστω ποιοί πέρασαν από το μαγαζί, αν ψώνισαν, αν ξόφλησαν. θα πρέπει να πείς αν έχεις να καλύψεις τη δόση του δανείου, μην μας πάρουν το σπίτι. και λες έχω, κι ας μην έχεις. αλλάζεις κουβέντα, αλλάζεις τοπίο. πάμε στην πλατεία, κερνάω; κι ας μην έχεις ευρώ στην τσέπη. η μαγιά και η μαγεία του παρακάτω.

χρόνος ατελείωτος στο ίδιο παιγνίδι, στο ίδιο κρυφτό με το φόβο, την απελπισία, την τρομοκρατημένη ελπίδα. γιατί αυτή δεν ξεθαρρεύει όσο κουβαλάς τον παληό σου εαυτό. που και που κάνεις κανένα ηρωϊκό ντου στο μαγαζί να πάρεις ό,τι μπορέσεις, κυρίως θύμισες παληών χρόνων. να εξαφανίσεις θυροκολημένες διαταγές πληρωμής, εξώδικα, απλήρωτους λογαριασμούς, ειδοποιητήρια. και όσο τα εξαφανίζεις αυτά πολλαπλασιάζονται. λερναίες ύδρες που έρπουν στην πόρτα, στη βιτρίνα, χώνονται μες στο μαγαζί, ανακατεύονται με τα εμπορεύματα. και έρποντας κάποια στιγμή φτάνουν και στο σπίτι. με την ίδια σαρκοβόρα διάθεση, την ίδια αποπνιχτική απειλή. ανάβεις φωτιά και τα καίς. δεν παν να γαμηθούν όλοι και όλα, πάμε παρακάτω.

έχεις πεί το ρήμα γαμάω σε όλες τις φωνές, τους χρόνους, τα πρόσωπα και πας παρακάτω. στο παρακάτω της απελπισίας, στο παρακάτω της κατάθλιψης. που δεν γαμιέται, ούτε πολεμιέται. γιατί έμεινες μόνος σου. ώσπου μια μέρα σου πέταξαν το κλειδί της απόδρασης. το άρπαξες, γάμησες όλους και όλα, διέγραψες με μιας δεκαετίες ζωής, χιλιάδες πρόσωπα αγαπητά και μισητά. αρνήθηκες να πάρεις στο ταξίδι για το παρακάτω τις αποσκευές χαλάσματα του χθες. τηλέφωνα, μεϊλ, διευθύνσεις απέμειναν σε χέρια και μάτια αγνώστων για να κανοναρχήσουν αυτοί πια τη δική σου γραμματική, ν' αξιολογήσουν το τι σκατά άνθρωπος ήσουν.

απαλλαγμένος από δεκαετίες φόβων, αγκαλιάζεις στα τυφλά έναν άλλο κόσμο. χωρίς εφιάλτες, χωρίς φονικά τηλεφωνήματα ή διαταγές πληρωμής και απειλές κατασχέσεων. παρόλα αυτά είναι μέρες και ολάκερες νύχτες που τα τασάκια γεμίζουν αποτσίγαρα και τα γυαλιά θολώνουν από την αφυδάτωση των ματιών. μα βαριέσαι να σηκωθείς να τ' αδειάσεις, σου είναι κοπιαστικό να κάνεις μια κίνηση να σκουπίσεις τα γυαλιά σου, κυνηγώντας διαρκώς ένα παρακάτω. ξέρεις πως το στοίχημα είναι ένα παιγνίδι αποβολής όσων σ' έφεραν έως εδώ, ένας όρκος απάρνησης του παληού, μα εσύ βρίσκεσαι παγιδευμένος στο ταξίδι για το παρακάτω. λευτεριά δεν μπορείς να το πείς αυτό και όμως το λες. αγκαλιάζεις πιο σφιχτά τον κόσμο που σε λυτρώνει, γαντζώνεσαι πάνω του, αποζητώντας την ανάπαυση του νου. κι έρχονται  οι ερινύες των χρόνων που διέγραψες να σου θυμίσουν ότι το μόνο παρακάτω είναι αυτό της κατάθλιψης. γάμησες, σου λένε, έναν ολόκληρο κόσμο, τη ζωή σου, απαξίωσες ελπίδες δικές σου και άλλων, τάφερες όλα στα μέτρα της δικής σου απόγνωσης. παίρνοντάς τους μαζί στο ταξίδι για το παρακάτω, που τώρα το λες παραπέρα, χωρίς να ξέρεις το πού, χωρίς να έχεις προνοήσει που θα απαγκιάσεις στον άνισο πόλεμο με τις εξουσίες, στο παιγνίδι ζωής και θανάτου. με τους αξεδιάλυτους φόβους σου και μη γνωρίζοντας τα λάθη σου, πας παρακάτω.

ίδια διλήμματα, ίδιοι γρίφοι, ίδια τα εφόδια για να πορευθείς. μόνο φόβοι, χωρίς διαστάσεις και ιδιότητες, χωρίς αιχμές. διαχέονται παντού με διαλυτικό ένα ρεμεντόν και συ πας παρακάτω. και μόνο όταν σου λείπουν τα λεφτά να ακολουθήσεις τη θεραπεία, επιστρέφουν οι εφιάλτες της επιταγής, του φπα, των δόσεων, του σκοτεινού μαγαζιού, της εξωθείσας βιοτής. μαζί κι' εκείνα τα πρόσωπα που αρνήθηκες να κρατήσεις τα χαρακτηριστικά τους, που διέγραψες από τις δεκαετίες της ζωής σου, κι ας πέρασες μαζί τους τα πιο ακριβά σου χρόνια. και ξεκινά η μέρα σου μ' αυτούς ολοζώντανους μπροστά σου. παλεύεις να αποδράσεις, να κάνεις μια ακόμη ηρωϊκή έξοδο, να γίνεις μια κοσμοεικόνα αυτών που γητεύουν τις πληγές σου. μα πώς να πολεμήσεις το φόβο μπροστά στη λευτεριά αφού είναι πια ένα είδωλο χωρίς αντίκρυσμα, ένα γενόσημο του ρεμεντόν. και δεν πας παρακάτω. μένεις εκεί παραλυμένος από ένα φόβο χωρίς ιδιότητες και χωρίς αιχμές. έχεις χάσει ακόμη και τους φόβους σου. δ.γμ λες και δεν πας πουθενά. 

κοινή αφήγηση μιας εποχής δια στόματος Α.Χ. ένα βράδυ στου γιλμάζ. για να προσθέσει: 
το μόνο κόκκινο της ζωής μας, τελικά είναι τα κόκκινα δάνεια 
και οι ανεξόφλητοι λογαριασμοί.

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

χρωστάω


χρωστάω. σε νόμισμα που κανείς άλλος δεν θα δεχόταν. παρά μόνο Αυτός που μου δώρησε τ' ανεκτίμητο. έχοντας το ακατάσχετο, λογαριάζω μια μέρα να ξεπληρώσω. αν και ξέρω πως Αυτός ποτέ δεν θα μου ζητήσει τα οφειλόμενα. η οφειλή μας είναι να υπάρχουμε μέσα από των άλλων τις ζωές. ποτέ μακρυά τους, ποτέ ξένοι. είναι το αντίκρυσμα μιας πίστης θεμελιωμένης γερά μέσα μας, η επίγνωση αυτής της οφειλής είναι ευτυχία. και ο πόθος να υπάρχουμε μας ανεβάζει ένα σκαλί πιο πάνω, λιπαίνει τη μετριότητα. έτσι έρχεται ο κατακλυσμός της αρμονίας του κόσμου. που ανατρέπεται σαν αρνείσαι την οφειλή των άλλων, γιατί αρνείσαι τη δική σου οφειλή. ξέχωρα τεφτέρια είναι αγάπη χωρίς αντίκρυσμα. μαζί διασχίζουν τα τρίσβαθα της ψυχής, συσκοτίζοντας την όρασή της. καμμιά φορά μας ξεγελάει η φωτεινότητά του φεγγαριού. νομίζουμε ότι κάθεται μπροστά από τα σύγνεφα. είναι η χρεία του να το φέρουμε στα μέτρα μας. μ' αυτό στέκει εκεί, πάντα πίσω και μακρυά από τα προσωρινά, τηρώντας το ισοζύγιο των συν και πλην. στο τέλος προκύπτει  πως το κάθε τί γύρω σου οφείλει. τα άψυχα παίρνουν την ταπεινότητα του οφειλέτη. η γάτα γίνεται πότε Δήμητρα και πότε Περσεφόνη. τα λουλούδια εκπέμπουν της νύχτας τ' απόσταγμα, οι καρποί απλώνονται στα εύγνωμα χέρια σου, τα δέντρα ντύνονται τη φορεσιά της έγνοιας και η έρημος, με το πράο της αγκάλιασμα, μια θάλασσα που θέλει να σε αμείψει με τον δικό της παράδεισο. ξέρεις πόσα χρωστάς, αγνοείς πόσα σου χρωστάνε. κάθε βράδυ λίγο πριν τα μεσάνυχτα βγάζω το δικό μου Ζ, κάνω ταμείο οφειλών. μια καθημερινότητα απαραίτητη, πνιγμένη στην ηδονή του απύθμενου ισοζυγίου. από μια βροχή πιο δυνατή από την μπόρα, του καθενός τη βροχή. γίνεσαι όλος θύμιση, ύλη σκορπισμένη στο χρόνο που δαμάζουν δρόμοι παράλληλοι και πορείες συμπίπτουσες. η ηδονή του οφείλω σε έξαρση αιώνων. χρωστάω, έρωτα ορισμός. γονατίζοντας στο αυτονόητο προσεύχομαι να μην ξοφλήσω ποτέ.

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

το φώς του κόσμου

ποιός άνεμος τον ξερίζωσε από τη μάνα γή


και ζωγραφίστηκε σ' αυτά τα μάτια
το φώς του κόσμου


με χρώματα δωρικής μελαγχολίας


από τη διαδήλωση στα Προπύλαια για το Κομπανί


8 Οκτώβρη 2014.

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2014

το εμβατήριο που τούμαθαν να λέει


για νάχει ειρμό η αφήγηση καλό είναι να διαβάσετε πρώτα εδώ..

δεν καθόταν να τον δέσουμε...
μ' αυτή τη φράση απάντησε ο ματατζής (αστυνομικός) μάρτυρας κατηγορίας στην ερώτηση της προέδρου του δικαστηρίου "σε τί συνίσταται η αντίσταση κατά της αρχής".

και κεί όλοι μας σκάσαμε στα γέλια. μέσα στην αίθουσα του τριμελούς αυτοφώρου, όπου δικαζόταν ένας κάτοικος της γειτονιάς μου, ο δ. γιατί τόλμησε να διαμαρτυρηθεί στα φασιστοειδή που μες στα μεσάνυχτα θορυβούσαν κάτω από το σπίτι του, φυλάσσοντας-ντε και καλά-τα γραφεία του μπατσοκ στη Χ. Τρικούπη.

ο επικεφαλής της διμοιρίας των ΜΑΤ ήταν ο μάρτυρας, ναι ο επικεφαλής, ολόΐδιο φασιστόμορφο τέρας. τύφλα στις μπόμπες κείνο το βράδυ, πιστό στη θρασσυδειλία του αντέτεινε προς τη γυναίκα του δ. που πρώτη διαμαρτυρήθηκε από το μπαλκόνι του σπιτιού της αν έχεις αρχίδια κατέβα κάτω. και κατέβηκε αυτός που εκ φύσεως διέθεται τα αρχίδια, ο άντρας της. τον οποίον πάραυτα θέλησαν να μπουζουριάσουν, φορώντας του χειροπέδες. και αυτός αντιστεκόταν, ιδού το έγκλημα, ΑΝΤΙΣΤΕΚΟΤΑΝ.

φυσικά το κωλόχαρτο με το οποίο τον τύλιξαν δια τα περαιτέρω έγραφε και για εξύβριση κατά συρροή. Εξύβριση αρχής

δεν καθόταν να τον δέσουμε. και μες στη μαυρίλα που μας περιτύλιγε σκάσαμε στα γέλια. και η πρόεδρος αντί να πετάξει έξω από την αίθουσα καμμιά 20 φασιστοτόμαρα που ήρθαν να ..συμπαρασταθούν στον ...μάρτυρα κατηγορίας και πέντε-έξι δελτάδες οπλισμένους που περιφρουρούσαν (μες στην αίθουσα) το φασιστόμορφο, αντέτεινε απορούσα ως μυξοπαρθένα ποιό ήταν το αστείο. Φυσικά αυτή και όλη η έδρα του δικαστηρίου δεν ανίχνευσαν σταγόνα φαιάς φαιδρότητας στη μαρτυρία του φασιστοειδούς. λιγάκι νάβαζαν την, κατευθυνόμενη από τις ανάγκες των αφεντικών τους, λογική τους να τρέξει θα μας πήγαιναν για ασέβεια στο νόμο και την τάξη. κοινώς θα μας μπουζούριαζαν κι εμάς. δεν είναι δυνατόν να εμπαίζεις τους θεσμούς και τους ιερούς νόμους τους.

ένας κοινωνιολόγος ή ένας ψυχίατρος επίσης δεν θα τόβρισκαν αστείο. από τη σκοπιά τους βέβαια. ένα εικοσιπεντάχρονο παιδί που εμποτίσθηκε με τα νάματα του φασισμού εκπαιδευόμενο στους λόχους των σύγχρονων SS δεν είχε κανέναν λόγο να μην επαναλάβει κατά λέξη αυτά που τούμαθαν. ίσως με κάποιες παραλλαγές: δεν καθόταν να τον ασφαλίσουμε, να τον δεσμεύσουμε, να τον εγκλωβίσουμε. παραλλαγές που ακούστηκαν από τον επόμενο μάρτυρα. 

εκεί στα θερμοκήπια του φασισμού, στις σχολές της αστυνομίας και της ταχύρρυθμης εκπαίδευσης λεγεωναρίων των δυνάμεων καταστολής και τρομοκρατίας, όπου διδάσκονται όχι μόνο τα βασανιστήρια κάθε μορφής, οι τεχνικές της μαζικής ενοχοποίησης, το ιδεολογικό σύμπλεγμα της απεριόριστης εξουσίας πάνω στον άλλον, η απογύμνωση των δικαιωμάτων κάθε πολίτη έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, ακόμη και των αποβρασμάτων της. δίνει το ελεύθερο σε κάθε τομάρι να σε τυλίγει άνευ αιτίας και αφορμής σε ένα κωλόχαρτο, να σε κάνει ξέφτια, ακόμη και να σου αφαιρεί τη ζωή μόνο και μόνο γιατί δεν του άρεσε η φάτσα σου. 

γνωστά είναι αυτά και τα βιώνουμε. δεν χρειάζεται και μεγάλη προσπάθεια να καταλάβουμε πως τέτοια άτομα σε ελάχιστους μήνες μεταμορφώνονται σε εγκληματίες, σε δολοφόνους αξιοπρέπειας. πως ενδυόμενοι τη στολή, αυτόματα αποκτούν το δικαίωμα εξόντωσης και καταπολέμησης κάθε πολίτη και κάθε  άποψης που αμφισβητεί την εξουσία τους. το ότι δεν διδάχθηκαν πως υπάρχουν δικαιώματα, νόμοι, ελευθερίες, και ακόμη περισσότερο πως η αντίσταση είναι ο νόμος και καθήκον των ελεύθερων ανθρώπων όταν η αδικία πέφτει πάνω στο κεφάλι τους, θα μπορούσε να τους δώσει κάποια ελαφρυντικά. θα μπορούσε να δώσει όμως και την ευκαιρία στους λειτουργούς της δικαιοσύνης να αναπληρώσουν το κενό διδασκαλίας και εκπαίδευσης των ατόμων αυτών. έστω με μια παρατήρηση.

αλλά τί έκαναν εν προκειμένω οι κύριοι δικαστές ; πως επέτρεψαν στα λύματα του φασισμού να εκβραστούν στην αίθουσα της δικαιοσύνης ; να υποθέσω ότι φοβήθηκαν ; ή μηπως έχει επέλθει κατακλυσμός λυμάτων σε όλες τις εκφάνσεις της κρατικής εξουσίας, διαποτίζοντας σιγά-σιγά όλη την κοινωνία ; και κάθε πολίτη χωριστά...

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

να θυμάσαι μόνο, να θυμάμαι


στη χώρα του δεν θυμάμαι
κάνω τρία βήματα μπρος και χάνομαι*

πως τον μίτο που μούδοσες κάποτε από τα σκοτεινά να βγώ, τον έχω ακόμη. πάντα μου χρειάζεται. γιατί η ζωή μας κατοικεί σε λαβύρινθους. κι' αν μερικές φορές ξεχνώ μαζί μου να τον κρατώ, να ξέρεις πως δεν τον παράτησα στα άχρηστα. κουβαλώ ακόμη πάντα μαζί μου και 'κείνη τη φωτογραφική μηχανή που μου χάρισες. και μ' όσα πρόλαβα να μάθω για την τέχνη της ευθανασίας των στιγμών. καταγράφω τα ασήμαντα για να έχουν ένα στίγμα τα σημαντικά. κάποτε σαν ανταμοιβή θα σου παραδώσω όλα τα λάφυρά μου και θα χαρείς γιατί το δώρο σου έπιασε τόπο. μα σκέφτομαι τον μίτο να τον κρατήσω για πάντα. ώρες-ώρες ξενυχτώ, και σαν τις νυχτοπεταλούδες, πετώ από λάμψη σε λάμψη, ακούγοντας το τραγούδι της σιωπής. και το φτερούγισμα αυτό είναι η ζωή μου. και θάθελα από μια αφώτιστη γωνιά νάσουν με τη φωτογραφική σου μηχανή να καταγράφεις τα φτερουγίσματά μου. μου έλειψε αυτό, μου λείπει. και θάθελα κι εγώ να κάνω το ίδιο. και μια μέρα αυτές οι εικόνες να ανταμωθούν, να σμίξουν και γίνουν το πατσγουόρκ της υπόστασής μας. και τα χρώματα να κάτσουν όπως μας αναπαύει. και οι γραμμές να δέσουν πλέκοντας όνειρα για τα κρύα του χειμώνα. και οι καμπύλες της ψυχής μας να κοιτάνε προς τ' αστέρια. να θυμάμαι μόνο, να θυμάσαι. πως δεν είναι η ζωή μας μια παράταση του πόνου. αλλά ένας αγώνας που δεν θα τελειώσει ποτέ.


*στίχοι από παιδικό αργεντίνικο τραγούδι (μουσικό θέμα στην ταινία "επίσημη ιστορία")

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

φθινοπώρου ανάσες

 γυμνή στην πρωϊνή δροσιά κράτησα τους καρπούς μου
θυμόμουν την κατάρα του Χριστού,
 και σκέφτηκα πως άδικη δεν ήταν η οργή του.


 και μούδωσε τα μάτια για να δώ
τους ανθούς του δεντρολίβανου 


και το χάρισμα της ταπεινοσύνης 
απέναντι σε καιρούς που διαδέχονται τους δικούς μου 


γιατί πάντα μια άνοιξη κρυμμένη μέσα μας καρτερεί


δηλώνοντας τους Μάηδες που θάρθουνε, 
όπως τούτες 'δω οι μαγιοπούλες.


δεν είναι η βιασύνη της πλάσης
μα η βαθειά ριζωμένη πίστη της στη ζωή,
που κάνει την καρπουζιά να βγάζει γλώσσα στο χειμώνα


κι' ο πόθος των καλοκαιριών βαθειά μες στη ψυχή μας

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

μικρόκοσμοι της ερήμου


στην έρημο του πουθενά

υπάρξεις που Επιμένουν

στα ίχνη των πουλιών
και στην πνοή τ' ανέμου…

που αρκούνται στους αντικατοπτρισμούς οάσεων


αναζητώντας την Επιστροφή

δέηση της πλάσης τα ταπεινά και πολύτιμα



για να συναντηθούν κάποτε οι δρόμοι Της

πες μου ποιός άραγε νάν ο άγγελός Της

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

όλα γκρί


κοιτάζω τις φωτογραφίες από τις διαδηλώσεις στην Τουρκία για τη Γάζα. επιδρομή θλίψης από τη σύγκριση. ένα εκατομμύριο στην Ισταμπούλ, χίλιοι με το ζόρι εδώ, στην Αθήνα, διεκπεραιώνουν σέρνοντας τα πόδια τους ένα ακόμη "καθήκον". το συζητάς, όχι για να μοιραστείς τη θλίψη αλλά να κεντρίσεις συνειδήσεις. "πόσα εκατομμύρια είναι οι τούρκοι, πόσα εμείς.." σε κατακεραυνώνουν. κι' όταν τους λες "ας κάνουμε αριθμητική αναγωγή" σε ξανακεραυνώνουν. "ναι, αλλά αυτοί έχουν πολύ νεολαία". "κι' εμείς έχουμε νεολαία, αλλά στις διαδηλώσεις αυτές όπως και σε πολλές άλλες μάλλον ήταν αλλού. όλο οι ίδιοι και οι ίδιοι είμαστε λέω, γίναμε πια κολλητοί". "ναι αλλά εκεί ο Ερντογάν πήρε σαφή θέση". 

χίλια ελαφρυντικά, απειράριθμα στρογγυλέματα. μάταιοι διάλογοι ανάμεσα σε κουφούς, που μπορούν με τη μεγαλύτερη ευκολία να σε πάνε όπου αυτοί θέλουν. στην καλύτερη περίπτωση φεύγεις αδιάβαστος και μετεξεταστέος. 

ας όψονται οι "αγανακτισμένοι" της πλατείας, του facebook, των blog, των κομματικών στρατιών. που όλο και λιγοστεύουν οι τελευταίοι, όμως τα επιτελεία τους ακούν φωνές από το υπερπέραν της πλατείας του 2011 και του 2012 και νομίζουν ότι βλέπουν τις μάζες έτοιμες να εισβάλλουν στα θερινά ανάκτορα ή στη χειρότερη περίπτωση να ψεκάσουν με την ψήφο τους το κακό ή τον καπιταλισμό.

είναι μακρυά η πρεσβεία, είναι μακρυά η Γάζα. μακρυά είναι και το Φαρμακονήσι, μακρυά και η Μανωλάδα, το υπουργείο εργασίας στη Σταδίου... όλα είναι μακρυά, ήταν πάντα μακρυά. εδώ και χρόνια μετακινούνται σαν τις τεκτονικές πλάκες και έχουν την τάση να απομακρύνονται όλο και περισσότερο. σε χιλιόμετρα δεν μπορώ να υπολογίσω, μπορώ όμως να το υπολογίσω σε ανθρώπους στο δρόμο, σε φωνές, σε ψυχή. και κυρίως σε λόγια που λέγονται με τα χέρια, τα πόδια, το κορμί. μπορώ ακόμη να το υπολογίσω από την ανομολόγητη κατάθλιψη όλων μας.

ένας από τους ατέρμονες διαλόγους στάθμευσε κάποια στιγμή σε μια απλή ερώτηση: "μα όλα μαύρα τα βλέπεις;" "όχι δεν βλέπω τίποτα μαύρο" απαντώ. και πριν προλάβει ο συνομιλητής να εκφέρει τον διθυραμβικό του πόνημα συνέχισα". "μαύρα όχι, γκρί ναι". ζήτημα αν κατάλαβε αυτό που ήθελα να πώ: μακάρι νάταν όλα μαύρα, θάχαμε ελπίδες. όλο και κάποιος Μαγιακόφσκι θα τίναζε τα μυαλά του (μας) στον αέρα, ξετινάζοντας τη σκουριά δεκαετιών από το σώμα τούτου του λαού. και θάταν πολλοί οι ποιητές τούτου του μαύρου κόσμου. και δεν θα γράφαν οληνυχτίς παπαριές, εισπράττοντας ολημερίς το αντιμίσθιό τους.

όλα γκρί. στο χρώμα που διάλεξε ο διακοσμητής του κόσμου μας και ο ελαιοχρωματιστής των ψυχών μας φρόντισε και φροντίζει για τη στιλπνότητά του και τη φρεσκάδα του. έτσι που κανένας λεκές κόκκινου ή μαύρου να μην μπορεί να επικαθήσει στις επάλληλες στρωματώσεις του. 

...και ο βαρκάρης ξεστομίζει βρισιές κατά το γιαλό.

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

ο θυμός του Αχιλλέα


εγώ, ώ Πρίαμε, βάσταξα τούτο το θυμό βαθειά μες στην καρδιά μου, ώσπου ο φίλος μου να ταφεί με τις τιμές που τ' άρμοζαν. Κι' αφού το μνήμα του έστησαν οι άνδρες μου κι' άκουσαν τη δική μου πεθυμιά, δίπλα του να ταφώ, σαν οι θεοί τ' αποφασίσουν, μ' αγώνες τίμησα την ταφή του,όπως στο γένος μου αρμόζει. κι' ύστερα έφαγα και ήπια κι' έπεσα να κοιμηθώ...

άκουγε τούτα τα λόγια του Αχιλλέα ο χαροκαμένος πατέρας σκυφτός, έτσι που τα δάκρυα κατά γής να πέφτουν, να δροσίζουν το κορμί του παιδιού του, στα κατάβαθα του Άδη. και τ' άσπρα του μαλλιά ευθύς στον ουρανό κοιτούσαν, τ' άσπρα μαλλιά πάντα στον ουρανό κοιτούν. 

....και στον ύπνο μου εκεί, όπου της γής τ' ανάχωμα ανάλαφρος αφήνεις και τάζεις στον κόσμο ομορφιές, κίνησα τη ψυχή του γυιού σου για να βρώ, να τούπω λόγια σαν αυτά: ό,τι κακό εγίνηκε ξεφύτρωσε απ' τη λύπη, της μέρας έργα μην μετράς Έκτορα ανδρείε.

έσκυψε κι' ο Αχιλλέας και τα λόγια τούτα κατά γης πήγαιναν, συγχώρεση να ζητήσουν. συγχώρεση του νικητή, κάπως σαν νάθελε αυτός νάναι ο ηττημένος.

τούτη η αντρειωσύνη έλαχε στον Αχιλλέα: να μη χρειαστεί η Θέτιδα θερμά να ικετέψει, μήτε τα δώρα των ηττημένων λύτρα του θυμού του να γενούν.

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

τα ψώνια της κυριακής


κατέβηκες χθές στα μαγαζιά. να λιγουρευτείς τις βιτρίνες, να κορέσεις τον αδηφάγο καταναλωτισμό σου. έστω με τα απομεινάρια του γλίσχρου μισθού σου ή με το θησαύρισμά σου σε μαυραγορίτικες εποχές. 

λίγοι σαν και σένα χθές στα κεντρικά μαγαζιά της πόλης. στα μαγαζιά εκείνων που άρπαξαν την ευκαιρία που η αδυναμία των συναδέλφων τους τούς πρόσφερε, ελπίζοντας πως η ταμειακή τους θα βγάζει φωτιές. ή εκείνων που τρέφονται από τα λύτρα της λεηλασίας, όπως οι λεγόμενες αλυσίδες-ναοί του καταναλωτισμού.

λίγοι οι χθεσινοί "πελάτες" σαν τα κοράκια πάνω στα πτώματα των ερήμων. θες η εποχή, θες η έλλειψη ρευστού, μεσούντος του μήνα γαρ. λίγοι, αλλά αρκετοί για να δώσουν το δικαίωμα στην προπαγάνδα να θραιαμβολογήσει. να ασελγήσει και πάλι πάνω σε όσους αντιδρούν στο ξεχαρβάλωμα της ζωής τους. να μηνύσει πάνω σε κάθε εργαζόμενο πως επιγείως θα διαβιεί στην κόλαση της κινεζοποίησης. και πως τούτη η κόλαση είναι η μόνη οδός να τον οδηγήσει στον παράδεισο της ανάπτυξης και της ευημερίας.

λοιπόν ανθρωποφάγε καταναλωτή, σύ που κατέβηκες χθές για να ψωνίσεις στο ΠΛΑΙΣΙΟ της οδού Βουλής αλλά οι "κομμουνιστές" στο απαγόρευσαν, αναγκάζοντας το αφεντικό να κατεβάσει ρολά. έγινες άθελά σου ή πλανεμένα έστω το προ-εικόνισμα μιας ράτσας καινοφανούς ζώου. που τρέφεται από σάρκα και αίμα ομογενών πλασμάτων. που κανιβαλίζει πάνω σε εργαζόμενους. που μη αντέχοντας τη στέρηση, μη έχοντας άλλην ελπίδα και διέξοδο επιβίωσης δουλεύουν σαν σκλάβοι 60 ώρες τη βδομάδα, απλήρωτες οι περισσότερες. απαίτησες αυτοί οι συνάνθρωποί σου να δουλέψουν και την έβδομη μέρα, μήπως και στερηθείς το γκατζετάκι για λίγες ώρες. και αναρωτιέμαι τόσες δεκαετίες ευημερίας πως τάβγαζες πέρα με μαγαζιά που δούλευαν 40 ώρες τη βδομάδα. ή θάχεις σωρεύσει στέρηση shoppin therapy ή θάσαι ο νεόπλουτος  των ημερών μας.

δεν θέλω να θυμάμαι την "αγανακτισμένη" φάτσα σου, γιατί διατηρώ μιαν ελάχιστη ελπίδα πως τα λόγια που άκουσες χθες θα βρούν λίγο τόπο στο μυαλουδάκι σου.

άκουσες λοιπόν πως η τσάντα με τα ψώνια-λύτρα της εξαγοράς σου, που ευτύχησες να μην κρατήσεις χθες θα συμβόλιζε τη σημαία του τάγματος των ανθρωποφάγων μισθοφόρων της "ανάπτυξης", της απελευθέρωσης της αγοράς. θα αποτύπωνε το ξεπούλημα της ανθρωπιάς σου. θα πρόσφερε τη μέγιστη ικανοποίηση σε αυτούς που σε έθρεψαν κατά τις βουλές των.

ας μη γενείς ένας λεγεωνάριος του μοχθηρού των στρατεύματος. ο τροφοδότης του κοινωνικού αυτοματισμού, μιάς και δικαιολογήθηκες πως είσαι δημόσιος υπάλληλος και δεν προκάνεις τις άλλες μέρες να ...ψωνίσεις (!).

θυμήσου: τα ψώνια της κυριακής είναι ο απόλυτος ευτελισμός της ανθρώπινης ύπαρξης.

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

θυμάσαι ; κάποτε καίγαμε τις σημαίες...


Σάμπρα και Σατίλα, 32 χρόνια μετά. 1700 παλαιστίνιοι (άμαχοι-παιδιά,γυναίκες, γέροντες σφαγιασμένοι από τους εγκάθετες φασιστικές συμμορίες του Λιβάνου με την άδεια των ισραηλινών. θυμάται κανείς*; δικάστηκε κανείς;

απέναντι η πρεσβεία των φονιάδων της Γάζας, των φονιάδων της Παλαιστίνης όλης. στα εκατό μέτρα κυματίζει η ματωβαμένη σημαία τους. κυμάτιζε όλο τ' απόγευμα, κυματίζει ακόμη. θα κυματίζει και αύριο, περήφανη. την ώρα που παιδιά θα σφάζονται στη Γάζα. θα πεθαίνουν από τα φλογοβόλα του πολέμου, την πείνα, τις αρρώστειες και τη στέρηση της "ειρήνης".

τί πήγαμε να κάνουμε εκεί ; άσε πόσοι πήγαμε. τα φερέφωνα του κουτσούμπα μιλούν για συγκλονιστική διαδήλωση του κόμματος. κατάφεραν να εφεύρουν τον νέο Μπιρσίμ που τους χίλιους να τους κάνει χιλιάδες. στάθηκαν από μακρυά μπας και μαγαριστούν από τους άλλους. μπας κι ακούσουν βρώμικα συνθήματα. μπορεί και να παρασύρονταν κι από κανένα ντού προς την πρεσβεία. όμως άδικος ο φόβος.

ούτε βρώμικα συνθήματα ούτε άλλες εξαλλοσύνες. και έτσι η σημαία τους κυμάτιζε περήφανη. την κοιτούσες και η οργή ανάβλυζε μέσα σου. και θυμόσουν πως κάποτε είχες αρχίδια και μπούκαρες σε κάθε άντρο φονιάδων. κατέβαζες και ξέσκιζες τα σύμβολά τους. άναβες με τη φλόγα της οργής σου τη φωτιά κι έκαιγες τις σημαίες τους. χωνόσουν μες στους καπνούς των δακρυγόνων, άφοβος μπροστά στους σιδερόφραχτους και τα τουφέκια τους.

πάει καιρός από τότε. αρρώστεια έπεσε και της ψυχής θανατικό. μάζεψες τα κουρέλια σου κι έφυγες. να πάς ξανά ντροπιασμένος σπιτάκι σου.. γιατί θυμάσαι.

*θυμάσαι καλά κείνο το βράδυ της 17 Σεπτέμβρη 1982: στη Νομική στη Σόλωνος συνάχθηκαν οι ντόπιοι φερέλπιδες τότε ταγματασφαλίτες της νέας κοπής. μεϊμαράκης, βουλγαράκης, σαμαράς, μιχαλολιάκος και άλλοι. μπήκαν στα τζιπ και κραδαίνοντας τα ρόπαλα και πρεσάροντας τις κόρνες πανηγύριζαν στους δρόμους της Αθήνας τη νίκη "τους". όχι όμως για πολύ. θυμάσαι πως τότε ο αγώνας σου ήταν ψυχωμένος.

στα μάτι μου έπεσε τούτο το γραφτό από την ΟΜΝΙΑ

η ψυχή χορεύει μέσα στη βροχή

πολέμησα στης Κούβας, τα ψηλά βουνά
πολέμησα στου Μπελφαστ, τα όμορφα στενά
γεννήθηκα στην Κύπρο, τα χρόνια τα παλιά
μ ακόμα δεν γνώρισα τι θα πει λευτεριά

ακολουθώ μια ιδέα και μ ακολουθεί κ αυτή
και μια μέρα να την ζήσω, θα ρθει η στιγμή
για αυτό θα με βρεις σε κάθε σπιθαμή
σε πόλεις σε χωριά ανά πάσα στιγμή...

σήμερα είμαι στην Γάζα παιδάκι
του αύριο Οδυσσέας που φτάνει στην Ιθάκη
στη Νότιο Αμερική μεγαλώνω σαν χαμίνι
κάπου στην Αφρική πεθαίνω για ένα ρουμπίνι

στο Μπαγκλαντές εργάτρια σχεδόν σκλάβα
μα η ψυχή μου, καίει σαν την λάβα
θα βγει από το σώμα, θα ελευθερωθεί
γυμνή θα χορέψει, μέσα στην βροχή

πολέμησα στης Κούβας, τα ψηλά βουνά
πολέμησα στου Μπελφαστ, τα όμορφα στενά
γεννήθηκα στην Κύπρο, τα χρόνια τα παλιά
μ ακόμα δεν γνώρισα τι θα πει λευτεριά.

καλό ξημέρωμα